Ιστολόγιο

Πέμπτη, 07 Ιουνίου 2018 09:30

Ελληνικά δάση, Γερμανοί φύλακες

Bαυαροί δασονόμοι στην Ελλάδα
CHE

Διακριτικό στολής δασοφύλακα
(φωτ.: ΓΑΚ/Ενυώ, επιχρωματισμός: Β.Ζαφείρη)

Το άρθρο παρουσιάζει τους Γερμανούς, Βαυαρούς στην πλειοψηφία τους, που συνέβαλαν στην πρώτη προσπάθεια οργάνωσης μιας ελληνικής Δασικής Υπηρεσίας. Τα ονόματά τους μαζί με βιογραφικές πληροφορίες, πάντα βάσει του Οθωνικού Αρχείου, ακολουθούν μετά από μια σύντομη γενική εισαγωγή, ταξινομημένα αλφαβητικά σε 4 ομάδες. Συμπληρώνονται έτσι παλαιότερες δημοσιεύσεις σχετικές με το θέμα.

Εισαγωγή

Η αρχή

Η κατάσταση των ελληνικών δασών όταν έφθασε ο Όθων στο μικρό βασίλειο δεν διέφερε από τη συνολική κατάσταση της χώρας: λεηλατημένα μέχρις εξαφανίσεως κοντά στις κατοικημένες και παράκτιες περιοχές, πλούσια αλλά εγκαταλελειμμένα όσα ήταν απρόσιτα στην ενδοχώρα της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Εύβοιας. 

Στα πλαίσια ανάπτυξης της οικονομίας, η Αντιβασιλεία θέλησε να λάβει μέτρα για την προστασία και την εκμετάλλευση της σημαντικής αυτής πλουτοπαραγωγικής πηγής. Ήδη το 1833 δημοσιεύεται ο νόμος Περί Υλοτομίας, που προέβλεπε την τιμωρία όσων δίχως άδεια κόβουν, καίνε, χαράζουν ή αποφλοιώνουν τα δένδρα. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η σύσταση μιας Δασικής Υπηρεσίας, η οποία υπήχθη στο Υπουργείο Οικονομικών· εκεί είχε την έδρα του το Δασικό Συμβούλιο, αρμόδιο να ελέγχει τη λειτουργία της υπηρεσίας και ν΄ αξιολογεί το προσωπικό. Σύντομα ιδρύθηκαν και τα πρώτα δασαρχεία (Ρούμελης, Εύβοιας, Αρκαδίας, Ήλιδας, Μεσσηνίας, Αττικής, Κυκλάδων).

Η στελέχωση των δασαρχείων με εξειδικευμένους υπαλλήλους ήταν άμεση ανάγκη. Καθώς Έλληνες δασολόγοι δεν υπήρχαν, προσκλήθηκαν από τη Βαυαρία, όπου Δασική Υπηρεσία και Δασικές Σχολές λειτουργούσαν από το 1807. Αυτοί θ΄ αναλάμβαναν τις ανώτερες θέσεις, ενώ τις κατώτερες βαθμίδες θα συμπλήρωναν ικανοί  Έλληνες και Βαυαροί στρατιώτες. Η επιλογή γινόταν προσεκτικά και αξιοκρατικά, αν κρίνουμε από τους πίνακες ποιότητος και ικανότητος των υποψηφίων: εκεί σημειώνονται όχι μόνον οι ειδικές σπουδές, οι γνώσεις και η εμπειρία περί τα δάση, αλλά και τα ηθικά προσόντα και η γνώση της νεοελληνικής γλώσσας. Οι πρώτοι δασικοί υπάλληλοι διορίστηκαν το 1834· φορούσαν γκριζοπράσινη στολή και ήταν οπλισμένοι με τουφέκι και κυνηγετικό μαχαίρι.

Η δράση

Πρώτο καθήκον των δασονόμων ήταν να περιοδεύσουν, να περιγράψουν και να καταμετρήσουν τα δάση, καθώς μάλιστα η σύνταξη Εθνικού Κτηματολογίου ήταν στις άμεσες προτεραιότητες της Κυβέρνησης -οι περισσότεροι είχαν άλλωστε και την ιδιότητα του γεωμέτρη (τοπογράφου). Ακολούθως έπρεπε να καταθέσουν αναφορές με τις παρατηρήσεις τους, προτείνοντας και μέτρα αφενός για την προστασία, αφετέρου για την αύξηση του δασικού πλούτου. Ύστερα από πολύμηνες περιοδείες στην ελληνική ύπαιθρο, οι δασονόμοι παρουσίασαν πράγματι τις πρώτες αναφορές με τις σχετικές προτάσεις (Engelhard και Krafft για τη Ρούμελη 1835, Geiger για τη Μεσσηνία 1835, d΄ Herigoyen και Frimmer για την Εύβοια 1834 και 1836 αντίστοιχα). Με βάση τις προτάσεις αυτές καταρτίστηκαν στατιστικοί πίνακες Δασογραφίας για κάθε νομό, που αποτυπώνουν τα όρια, το καθεστώς ιδιοκτησίας, το περιεχόμενο και τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης των δασών· ακόμη δημιουργήθηκαν φυτώρια δένδρων, σχεδιάστηκαν νέες δασικές καλλιέργειες και άρχισε η σύνταξη εικονογραφημένων εγχειριδίων προς χρήση και επιμόρφωση του προσωπικού της Δασικής Υπηρεσίας. Ταυτόχρονα γινόταν προσπάθεια να εφαρμόζονται οι νέοι νόμοι, με αυστηρή επιτήρηση των δασών και τιμωρία των παραβατών.

Οι δυσκολίες

Οι αντιξοότητες που χρειαζόταν να υπερβούν οι νεοφερμένοι στην Ελλάδα δασονόμοι δεν ήταν λίγες και οφείλονταν κυρίως στην πρωτόγονη κατάσταση του ελληνικού κράτους: έλλειψη κτηρίων για τη στέγαση των δασαρχείων ή δασονομείων και του προσωπικού, παντελής ανυπαρξία δρόμων, περιορισμένη χρηματοδότηση· το τελευταίο σήμαινε ότι συχνά δεν διέθεταν ούτε τα απαραίτητα για τη δουλειά τους εργαλεία, ούτε μεταφορικό μέσο (ζώο) για τις προβλεπόμενες συχνές περιοδείες. Άλλο πρόβλημα ήταν η συχνά εχθρική αντιμετώπιση από τους ντόπιους: οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών ή αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας δασών, οι χωροφύλακες και οι ληστές έβλεπαν τους ξενόφερτους δασικούς υπαλλήλους ως ενοχλητικούς καταπατητές των παλαιών τους δικαιωμάτων· παράπονα, συγκρούσεις, αντιδικίες δεν έλειπαν. Άλλωστε και η άγνοια της νεοελληνικής γλώσσας δυσχέραινε τη συνεννόηση και κρατούσε τους Γερμανούς εκπροσώπους του κράτους σε απόσταση από τους Έλληνες πολίτες. Τέλος, οι ασθένειες και το ζεστό κλίμα, μάλιστα σε συνδυασμό με τις πολύμηνες περιοδείες επιθεώρησης των δασών, προξένησαν σε αρκετές περιπτώσεις τη φυσική εξόντωση των δασονόμων. 

Τα παραπάνω σύντομα οδήγησαν κάποιους σε παραίτηση. Άλλοι παύθηκαν για διάφορους λόγους (άγνοια της Ελληνικής, ακαταλληλότητα, μη πολιτογράφηση) κατά τις αναδιοργανώσεις της Δασικής Υπηρεσίας (1838, 1843) οι οποίες αποσκοπούσαν και στη μείωση του προσωπικού, τελικά όλοι απολύθηκαν λόγω εθνικότητας τον Σεπτέμβριο 1843 (με εξαίρεση κάποιους γεωμέτρες).

Απολογισμός 

Η πρόοδος που έγινε στην ελληνική δασική πολιτική κατά τη «βαυαρική» περίοδο (1833-1843) μπορεί να συνοψιστεί στα εξής:

  • Θεσπίστηκαν οι πρώτοι νόμοι για την προστασία και την επιστημονική διαχείριση των δασών.
  • Ιδρύθηκαν και οργανώθηκαν τα πρώτα δασαρχεία και δασονομεία (με κτήρια, προσωπικό, εργαλεία).
  • Ξεκίνησε η σύνταξη μιας Στατιστικής των Δασών, στα πλαίσια δημιουργίας Εθνικού Κτηματολογίου.
  • Δημιουργήθηκαν φυτώρια και προγραμματίστηκαν νέες δασικές καλλιέργειες.
  • Κατασκευάστηκαν και λειτούργησαν υδροπρίονα για παραγωγή σανίδων (όταν το χειροπρίονο στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ξεχασμένο).
  • Σχεδιάστηκε η έκδοση εγχειριδίων Δασοκομίας και ξεκίνησε η εκπαίδευση Ελλήνων δασικών υπαλλήλων.

Αυτή η πρώτη και -παρά τα λάθη και τις ελλείψεις της- φιλότιμη προσπάθεια δεν συνεχίστηκε μετά την αποχώρηση των Βαυαρών. Αντίθετα οπισθοδρόμησε, διότι αφενός η ποιότητα του δασικού προσωπικού υποβαθμίστηκε, αφετέρου επαναφέρθηκε η παλαιότερη -και πολιτικά συμφέρουσα- οθωμανική πολιτική.

Η συνεχής επιδείνωση στα δασικά πράγματα κατέληξε στη διάλυση της Δασικής Υπηρεσίας το 1877, οπότε τη φύλαξη και τη διαχείριση των δασών ανέλαβαν οι χωροφύλακες και οι Οικονομικοί Έφοροι. Η υπηρεσία ξανασυστάθηκε το 1893, πανεπιστημιακή Δασολογική Σχολή ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1917. Όσο για το Ελληνικό Δασολόγιο, εν έτει 2018 δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. 


1200px 20100811 Mavrilo Veluxi Mountain Fthiotida GreeceΤυμφρηστός
(φωτ.Ggia, Wikimedia Commons 19.6.2018)

Ονόματα και βιογραφικά στοιχεία, κατανεμημένα σε 4 ομάδες:

  1. Δασολόγοι/Δασονόμοι και Γεωμέτρες, με ειδικές σπουδές
  2. Δασικοί υπάλληλοι χωρίς δασονομικές σπουδές
  3. Δασικοί υπάλληλοι με φτωχή τεκμηρίωση στο Αρχείο
  4. Δασονόμοι που τεκμηριώνονται στο Αρχείο, αλλά μάλλον δεν ήλθαν στην Ελλάδα

Σημείωση: Τα πλάγια γράμματα στο κείμενο δηλώνουν αποσπάσματα από αρχειακά τεκμήρια.

1. Δασολόγοι/Δασονόμοι και Γεωμέτρες

Christlieb, Wilhelm
Σπούδασε στη Δασονομική Σχολή του Hohenheim της Βυρτεμβέργης. Επιμελής, πιστός και ασφαλής υπάλληλος. Διορίστηκε δασονόμος στην Ηλεία το 1836, παύθηκε το 1838 ένεκεν αγνοίας της ελληνικής διαλέκτου.

de Doubnitz, Fosco Albert
Γεωμέτρης, στρατιωτικός στην πατρίδα του. Το 1834 διορίστηκε δασονόμος στην Εύβοια, αφού πέρασε την αναγκαία εξέταση των δασονομικών και γεωμετρικών του γνώσεων. Εκτός από Γερμανικά, μιλούσε Γαλλικά, Πολωνικά και Ελληνικά. Ήταν παντρεμένος με Ελληνίδα. Το 1836 μετατέθηκε στην Ήλιδα (Κυλληνία), το 1841 στην Αρκαδία (Γόρτυνα). Σε μια αναφορά του από τη Βυτίνα (1842) περιγράφει την κατάσταση που αντιμετώπισε εκεί: το εδώ δασονομικό προσωπικό αποτελείται από άτομα που έχουν εδώ τα σπίτια τους, φίλους και συγγενείς, και με άθλια τεχνάσματα κατάφεραν από πάμπτωχοι άνθρωποι να γίνουν τώρα πλούσιοι γαιοκτήμονες. Ύστερα από πολλές αναφορές στον υπουργό κατάφερα να μετατεθούν περίπου οι μισοί, πράγμα που ήταν προς όφελος της υπηρεσίας, αλλά προς δική μου ζημία· διότι έκανα εχθρούς μου εδώ όλους τους δασοφύλακες μαζί με τους προστάτες τους (Ρήγα Παλαμήδη, Γενναίο, κλπ), καθώς οι τελευταίοι έχουν εδώ ιδιοκτησίες και συνεπώς χρειάζονται οικοδομική ξυλεία κ.τ.τ., που τα προμηθεύονται από τους δασοφύλακες. Οι διωγμένοι δασοφύλακες κατέθεσαν στο Υπουργείο μια ψευδή καταγγελία και ο Επίτροπος της Επικρατείας διέταξε έρευνα. Η καταγγελία αυτή δεν είναι παρά μια μωραΐτικη δολοπλοκία για να με διώξουν από τη θέση μου ως ξένο, και να διοριστεί κάποιος Φωτάκης Δάρας, στον οποίο έχουν υποσχεθεί τη θέση.
Ο Doubnitz παρέμεινε στη Δασική Υπηρεσία τουλάχιστον έως το 1843. Για την μετέπειτα πορεία του πληροφορούμαστε πάλι από τον ίδιο, στην αίτησή του για το παράσημο του Σωτήρος: ...από το 1850 έως σήμερα (16.7.1862) υπηρέτησα ως γεωμέτρης. Στον σεισμό της Κορίνθου ήμουν παθών και ορίστηκα με βασιλικό διάταγμα μέλος της Επιτροπής Αποζημιώσεων· μέτρησα όλα τα εγκαταλελειμμένα οικήματα και εκτίμησα τις ζημίες των κατεστραμμένων κτηρίων της Αρχαίας Κορίνθου. Στη Νέα Κόρινθο οδήγησα τους εποίκους στις νέες κατοικίες και σχεδίασα με δική μου δαπάνη έναν λιθογραφικό φορητό χάρτη της πόλης, όλα αυτά χωρίς την παραμικρή αποζημίωση εκ μέρους της Κυβέρνησης. Τον Μάρτιο ε.έ. καταμέτρησα και υψομέτρησα τον Ισθμό της Κορίνθου με πρόσκληση του κ. Grimaud de Caux, μέλους της Ακαδημίας του Παρισιού και απεσταλμένου της Εταιρείας για τη διάνοιξη μιας διώρυγας, για την οποία υποβάλλω υπόμνημα ...

Πολλά τοπογραφικά σχέδια του Doubnitz περιέχονται στο Αρχείο Εθνικών Κτημάτων.

Engelhard, Franz
Από το Nördlingen της Βαυαρίας. Σπούδασε Δασολογία στο Aschaffenburg. Το 1834 εργαζόταν στην Επιτροπή Κτηματολογίου στο Μόναχο. Όπως αναφέρει στην αίτησή του, θέλησε να διοριστεί δασικός υπάλληλος στην Ελλάδα, για να εφαρμόσει τις δασολογικές και μαθηματικές του γνώσεις σ΄ ένα πεδίο δράσης μεγαλύτερο από αυτό ενός υπαλλήλου γραφείου. Άρχισε να μαθαίνει Νεοελληνικά, παραιτήθηκε από τη θέση του και έφθασε στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο 1834. Ως δασονόμος υπηρέτησε αρχικά στην Εύβοια. Το καλοκαίρι του 1835 ανέλαβε μαζί με τον August Krafft να περιγράψει τα εκτεταμένα δάση της Ρούμελης, όπου ταξίδεψε συνοδευόμενος από Εθνοφύλακες, καθώς στην περιοχή δρούσαν πολλές συμμορίες ληστών. Στη διάρκεια της περιοδείας αρρώστησε με γαστρικό πυρετό, γι΄αυτό υπέβαλε αναφορά μόνο για το ΒΔ τμήμα (Λαμία-Αταλάντη). Πέθανε στην Άμφισσα, στις 27 Ιουνίου 1835. 

Frimmer, Ignaz Julius
Από το Obernzell της Βαυαρίας. Με σπουδές Δασολογίας στο Aschaffenburg και 8ετή προϋπηρεσία στη Δασική Υπηρεσία της Βαυαρίας, έρχεται σε ηλικία 31 ετών στην Ελλάδα (Απρίλιο 1835) με την ελπίδα ενός σύντομου προβιβασμού. Πράγματι τοποθετείται ως δασονόμος στο Ναυαρίνο, με την αποστολή να οργανώσει το Δασαρχείο Μεσσηνίας-Αρκαδίας. Έχοντας δείξει εκεί ζήλο, ενεργητικότητα, θεωρητικές και πρακτικές γνώσεις Δασονομίας, προβιβάζεται σε Επιθεωρητή Δασών Πελοποννήσου (Δεκ. 1835)· το 1836 γίνεται Ανώτατος Επιθεωρητής όλων των δασών και αναλαμβάνει επιπλέον στο Υπουργείο Οικονομικών την διεύθυνση του Τμήματος Δασών (Εισήγηση των Δασών ή Δασικό Συμβούλιο). Από την περίοδο αυτή σώζεται η πολυσέλιδη αναφορά του από την επιθεώρηση των δασών της Εύβοιας (Ιούνιος 1836). Νέος προβιβασμός το 1838: υπουργικός σύμβουλος. Τα προβλήματα υγείας της γυναίκας του αναφέρονται ως λόγος της παραίτησής του, τον Οκτώβριο 1839. Στην αίτηση άφεσης  τονίζει την προσφορά του στην Υπηρεσία, τονίζοντας το δημοσιονομικό όφελος που προέκυψε από τη διαχείρισή του. Τον Νοέμβριο 1839 του απονεμήθηκε το αργυρό παράσημο του Σωτήρος. Επέστρεψε στη βαυαρική κρατική υπηρεσία, που τόσο πρόθυμα είχε εγκαταλείψει. 

FRIMMER1φωτ.: ΓΑΚ/Ενυώ

von Geiger, Karl Wolfgang
Από το Μόναχο. Δασονόμος και γεωμέτρης, αλλά και ζωγράφος και μουσικός. Είχε ήδη προϋπηρεσία στη βαυαρική Δασική Υπηρεσία όταν το 1832 αποφάσισε να έλθει στην Ελλάδα, ελπίζοντας σε μια ευνοϊκή εξέλιξη της τύχης του. Τον Ιούνιο 1834 είναι Δασάρχης Μεσσηνίας-Ήλιδας, με έδρα τον Πύργο. Εκεί με απέραντο ζήλο, ήρεμη αλλά σταθερή συμπεριφορά και αξιέπαινη εργατικότητα, σε μια θέση απομονωμένη, υπεύθυνος για μεγάλη δασική έκταση, ωφέλησε το Δημόσιο Ταμείο. Τον Ιούλιο του 1835 προσβλήθηκε από την τότε διαδεδομένη αιγυπτιακή οφθαλμία και πυρετό, αλλά επανήλθε στη θέση του μετά από άδεια 2 μηνών. Το βαρύ κλίμα του Πύργου -υψηλές θερμοκρασίες, έλη- τον οδήγησε τελικά σε παραίτηση το 1837. Συνέχισε να εργάζεται ως δασονόμος στο Edenbergen της Βαυαρίας.

d' Herigoyen, Karl
Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, απόφοιτος της Δασολογικής Σχολής του Aschaffenburg και με προϋπηρεσία στη βαυαρική Δασική Υπηρεσία. Ήλθε στην Ελλάδα ως εθελοντής στρατιωτικός (Ιανουάριος 1834), αρχιτεχνίτης στο Σώμα Σκαπανέων με βαθμό ανθυπασπιστή. Ήταν τότε 25 ετών και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης για τις δασονομικές αλλά και τις τεχνικές-μηχανολογικές του γνώσεις. Αρχικά ανέλαβε την επιθεώρηση των δασών της Εύβοιας· μετά από περιοδεία ενός μήνα κατέθεσε 70σέλιδη αναφορά με λεπτομερή περιγραφή και προτάσεις επιστημονικής διαχείρισης για τα δάση του νησιού (Ιούνιος 1834), η οποία θεωρήθηκε υποδειγματική και λιθογραφήθηκε σε πολλά αντίτυπα ως πρότυπο για τους ομοτέχνους του (το χειρόγραφο σώζεται στο Αρχείο). Στη συνέχεια διορίστηκε Δασάρχης Ευβοίας, όμως το θερμό κλίμα είχε ήδη βλάψει την υγεία του, γι΄ αυτό υπέβαλε την παραίτησή του (Ιούλιος 1834). Είτε γιατί αυτή δεν έγινε δεκτή, είτε γιατί ο ίδιος άλλαξε γνώμη, εντέλει παραμένει στην Ελλάδα. Προβιβάζεται σε Επιθεωρητή Δασών (Μάρτιος 1835), λίγο αργότερα σε Γενικό Επιθεωρητή όλων των δασών και σε προϊστάμενο του Δασικού Συμβουλίου στο Υπουργείο Οικονομικών (Μάιος 1835). Λόγω της επιδείνωσης της υγείας του ζητά 4μηνη άδεια, ώστε ν΄ αποκατασταθεί στο κλίμα της πατρίδας η κατεστραμμένη από συνεχείς κρίσεις πυρετού υγεία του, πράγμα που εδώ θα ήταν αδύνατον κατά τη θερινή περίοδο (από ιατρικό πιστοποιητικό). Με τη λήξη της άδειας ο Herigoyen υποβάλλει πάλι την παραίτησή του, για λόγους υγείας (Οκτώβριος 1835). Επανήλθε στη Δασική Υπηρεσία της Βαυαρίας, το παράσημο του Σωτήρος του απονεμήθηκε το 1857.

Holzheu, Franz Xaver
Σπούδασε στη Δασολογική Σχολή του Aschaffenburg. Αποφάσισε να έλθει στην Ελλάδα για να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, ένα μέσον βιοπορισμού, κάτι που ως γνωστόν στην πατρίδα είναι δύσκολο λόγω της πληθώρας των υποψηφίων δασικών υπαλλήλων. Κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε ως λοχίας στο 1. Τάγμα Πεζικού μέχρι τον διορισμό του στη Δασική Υπηρεσία (Φεβρουάριος 1835). Τοποθετήθηκε ως δασονόμος στην Πύλο Μεσσηνίας, όπου και διακρίθηκε για την επιτυχημένη καλλιέργεια κυπαρίσσων και δρυών (1835-1838). Εργατικός και έντιμος υπάλληλος κατά την κρίση των ανωτέρων του, κατηγορήθηκε από τις τοπικές αρχές της Μεσσηνίας για παραμέληση καθηκόντων και ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο γάμος του με μια Ελληνίδα αποδείχθηκε προβληματικός και μάλλον διαλύθηκε πριν τον Ιούνιο 1841, όταν ο Ηolzheu παραιτήθηκε και επέστρεψε στη Βαυαρία.

Königer, Max
Γεννημένος στις 23.12.1806 στο Fischbach, κοντά στο Μόναχο. Δασολόγος και γεωμέτρης, με προϋπηρεσία στη Δασική Υπηρεσία της Βαυαρίας και στην Επιτροπή Κτηματολογίου στο Μόναχο. Γνώριζε Γαλλικά και Ιταλικά και είχε διδαχθεί τα Αρχαιοελληνικά  στο Γυμνάσιο, κατά τον βαυαρικό σχολικό κανονισμό. Ήλθε στην Ελλάδα το 1834 με τη γυναίκα και την υπηρέτρια. Διορίστηκε στην Εύβοια, αρχικά δασονόμος και έναν χρόνο αργότερα δασάρχης, στη θέση του παραιτηθέντος Herigoyen. Όμως το Υπουργείο έκρινε ότι δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της θέσης του, τον κατηγόρησε μάλιστα για κακοδιαχείριση και απείθεια. Η πρώτη κατηγορία βασιζόταν σε οικονομικά ελλείμματα και στη δυσλειτουργία του υδροπρίονου στους Στρόπωνες. Η δεύτερη ίσως επιβεβαιώνεται και από τη στάση του Κöniger κατά τη διένεξη δύο υφισταμένων του: κατά τον ίδιο, ο Έλληνας γραμματέας του δασαρχείου Ξάνθος επιτέθηκε μαινόμενος, καλώντας σε εξέγερση, στον Βαυαρό δασονόμο Ernst. Ο Ξάνθος τραυματίστηκε και στο Δικαστήριο Χαλκίδας ο Επίτροπος Επικρατείας τιμώρησε τον Ernst με φυλάκιση. Σε επιστολή του προς τον Όθωνα ο Κöniger καταγγέλλει την κατά τη γνώμη του παράνομη καταδίκη του Ernst και την κακομεταχείρισή του από τους Χωροφύλακες (η κραυγή “Παυαρός” αντηχούσε δυνατά, με γέλια και βρισιές)· τέλος πληροφορεί τον βασιλιά ότι το προσωπικό του δασαρχείου αποφάσισε σε ένδειξη διαμαρτυρίας ν΄ αφαιρέσει από τις στολές τα διακριτικά της υπηρεσίας, δηλ. κυρίως το βασιλικό στέμμα από το πηλήκιο. Παύθηκε τον Νοέμβριο 1837.

Krafft, Leopold August
Από το Neustadt an der Aisch της Βαυαρίας. Σπούδασε Δασολογία στη Σχολή του Aschaffenburg και στο Πανεπιστήμιο του Erlangen. Υπηρετούσε ήδη δύο χρόνια στη βαυαρική Δασική Υπηρεσία όταν αποφάσισε να ζητήσει διορισμό στην Ελλάδα, επειδή πίστευε ότι στην Ελλάδα θα μπορέσει να διευρύνει τις δραστηριότητές του και εκπληρώνοντας υψηλότερα καθήκοντα να επιτύχει την προσωπική ολοκλήρωση και ευτυχία. Έφθασε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο 1834 και τοποθετήθηκε ως δασονόμος στην Εύβοια, όπου ασχολήθηκε κυρίως με την επιστασία της υλοτομίας. Τον Ιούνιο 1835 ξεκινά μαζί με τον Engelhard τη δύσκολη περιοδεία της Ρούμελης, με συνοδεία Εθνοφυλάκων για προστασία από τους ληστές, ο Κrafft στο Δυτικό τμήμα (Αιτωλία-Ακαρνανία)· από την αναφορά που κατέθεσε λείπει η περιγραφή ενός τμήματος, διότι προσβλήθηκε από πυρετό. Όταν επιστρέφοντας από την περιοδεία τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ως απλός γραμματέας, διαψεύστηκαν για πολλοστή φορά οι βασισμένες σε υποσχέσεις του υπουργείου ελπίδες του για προβιβασμό σε δασάρχη: είμαι βέβαιος ότι στην Ελλάδα πάντοτε εκπλήρωσα τα καθήκοντά μου, όσο βαριά ή πικρά κι αν ήταν· ούτε θυμάμαι να μου επιβλήθηκε ποτέ κάποια τιμωρία απ΄ την υπηρεσία...Αν οι προϊστάμενοί μου δεν μ΄ εμπιστεύονται, δεν μπορούν να είναι ικανοποιημένοι από μένα... Υποβάλλει την παραίτησή του. Ενώ ανέμενε την έγκρισή της, κενώθηκε η θέση του δασάρχη Μεσσηνίας, την οποία και ανέλαβε (Μάρτιος 1836). Προφανώς όμως ούτε και εδώ πέτυχε την επιθυμητή προσωπική ολοκλήρωση, έτσι παραιτείται οριστικά το 1838. 

IMG 0880 2Διακριτικό στολής δασονόμου (φωτ. ΓΑΚ/Ενυώ)

Meisinger, Raymund
Από το Finsterau της Βαυαρίας. Πρακτικός γεωμέτρης και δασονόμος στη βαυαρική Κρατική Υπηρεσία από το 1819. Το 1834 διορίζεται δασονόμος και έρχεται στην Ελλάδα με τη σύζυγο Άννα. Του ανατίθεται από το Υπουργείο Εσωτερικών η καταμέτρηση των γαιών της κρητικής αποικίας Μινώα στο Τολό, όπου και εγκαταστάθηκε χρησιμοποιώντας για κατοικία ένα ξωκκλήσι. Εκεί οι Μeisinger δέχτηκαν την επίθεση επτά ένοπλων ληστών: με μαυρισμένα πρόσωπα, φουστανέλες και φέσι, έδεσαν τον ίδιο και τη γυναίκα του, τους λήστεψαν και έφυγαν γελώντας δυνατά. (Τα κλοπιμαία -ένα δίκαννο, ένα σπαθί, ένα στρώμα και ένα μάλλινο σκέπασμα- βρέθηκαν την επομένη έξω από το σπίτι). Το 1836 ο Meisinger μετατέθηκε ως δασονόμος στην Εύβοια και το 1838 απολύθηκε λόγω φυσικού ελαττώματος (κατά τον ίδιο) ή λόγω σωματικής και ψυχικής αδυναμίας (κατά το Υπουργείο).

Merk, Christian
Από τη Βαμβέργη. Σπούδασε Δασολογία στη Βαυαρία και είχε υπηρετήσει 8 χρόνια στον δασικό κλάδο. Ήλθε στην Ελλάδα το 1834 και διορίστηκε δασονόμος στην Εύβοια. Προβιβάστηκε σε δασάρχη Ρούμελης (1836), σε υποεπιθεωρητή δασών (1839) και -ταυτόχρονα- σε δασονόμο Αττικής (1841). Με καλές γνώσεις Βοτανικής και Ιχνογραφίας, σχεδίασε 52 εικόνες δένδρων για το δασονομικό εγχειρίδιο που θα εξέδιδε το υπουργείο. Παντρεύτηκε μια Ελληνίδα από την Υπάτη, μιλούσε και έγραφε πολύ καλά τα Ελληνικά. Στις κρίσεις του υπουργείου περιγράφεται ως επιμελής, εργατικός, ηθικός, αλλά όχι εντελώς αξιόπιστος, υπερβολικά εμπαθής, παράφορος και αντιφατικός χαρακτήρας. Τα χαρακτηριστικά αυτά μαζί με συσσωρευμένα προσωπικά προβλήματα -οικονομικά χρέη, ασθένεια της οικογένειας, θάνατο του παιδιού του- ίσως συνδέονται με την καταγγελία για ανάρμοστη συμπεριφορά, προερχόμενη από τις αρχές -δήμαρχο, χωροφύλακες- της Υπάτης: ο Μerk εκτός εαυτού διατάραξε τη νυχτερινή ησυχία με πυροβολισμούς και φέρεται καταπιεστικά στους κατοίκους. Το 1841 παύθηκε προσωρινά για πλημμελή έλεγχο της υλοτομίας στην Πάρνηθα. Χωρίς πόρους ζωής, ζούσε με φιλολογικές και χειρωνακτικές εργασίες και από την πώληση των υπαρχόντων του. Το δικαστήριο τελικά τον αθώωσε (1842)· άγνωστο αν επέστρεψε στην υπηρεσία. Τον Μάρτιο 1843 βρισκόταν ακόμη στην Αθήνα. 

Στο Αρχείο σώζεται επιστολή της μητέρας του Barbara, χήρας Eugen Merk, από τη Βαμβέργη, η οποία παραπονείται ότι δύο χρόνια δεν έχει λάβει ειδήσεις του γιου της· είναι άρρωστη, δίχως πόρους ζωής και ζητά από τον Όθωνα χρηματική βοήθεια.

IMG 0862 2IMG 0869 2
Δίγλωσση επιστολή του Μerk (φωτ.: ΓΑΚ/Ενυώ)

von Schaumberg, Philipp
Υπηρετούσε ως δασονομικός υπάλληλος στη Βαυαρία, όταν αποφάσισε να έλθει στην Ελλάδα. Κατατάχθηκε σε στρατιωτικό σώμα εθελοντών και αποβιβάστηκε στην Πάτρα τον Φεβρουάριο 1835. Εργάσθηκε ως δασονόμος στα Δασαρχεία Μεσσηνίας και Ήλιδας-Αχαΐας μόνον για λίγους μήνες, διότι αρρώστησε. Απολύθηκε τον Σεπτέμβριο 1836, αλλά εμφανίζεται πάλι στους πίνακες αξιολόγησης του 1838, ως υπάλληλος πολλά επιμελής, με εξαίρετα ήθη, κλίση στη μελαγχολία. Παύθηκε λόγω αγνοίας της Ελληνικής. 

Schmidschneider, Simon
Σπούδασε Δασολογία στη Βαυαρία. Ήλθε στην Ελλάδα ως εθελοντής στρατιωτικός, λογιστής του Τάγματος Σκαπανέων. Μετά τον διορισμό του στη Δασική Υπηρεσία είχε γρήγορη εξέλιξη: δασονόμος αρχικά στην Εύβοια, μετά στην ΄Ηλιδα-Αχαΐα (1835) και στη Μεσσηνία, δασάρχης Αρκαδίας (1837), υποεπιθεωρητής ΒΑ Πελοποννήσου, Επιθεωρητής όλων των Δασών (1838) και παράλληλα δασονόμος Αττικής (1841). Στις υπηρεσιακές κρίσεις περιγράφεται ως άριστος υπάλληλος: διαθέτει γενική μόρφωση συνοδευόμενη από μέγιστη ευπρέπεια και υποδειγματικό ήθος. Παντρεύτηκε την Υδραία Γεωργίτζα Γαρυφαλιά της οικογένειας Μιαούλη, η οποία τον ακολούθησε στη Βαυαρία όταν ο Schmidschneider, όπως όλοι οι Γερμανοί, απολύθηκε το 1843. Στην πατρίδα του συνέχισε να εργάζεται ως δασονόμος. Το 1850 του απονεμήθηκε το παράσημο του Σωτήρος, διότι υπήρξε έντιμος, ικανός, εφάρμοζε τις νομικές διατάξεις και διακινδύνευσε τη ζωή του για να σώσει από φωτιά την Όζια (Πάρνηθα) και το Πεντελικό. Ακόμη και απών από την Ελλάδα υπήρξε χρήσιμος ο Schmidschneider: μια συλλογή των ωφέλιμων ειδών ξυλείας που είχε καταρτίσει από τις περιοδείες του στα ελληνικά δάση περιλήφθηκε στα εκθέματα της Ελλάδας στη Διεθνή Έκθεση Γεωργίας και Βιομηχανίας του Παρισιού το 1855 και θεωρήθηκε άξια βράβευσης.

IMG 0881 2Διακριτικό στολής επιθεωρητή (φωτ. ΓΑΚ/Ενυώ)


2. Δασικοί υπάλληλοι χωρίς δασονομικές σπουδές
 

Abegg, Otto
Σπούδασε στη Χαϊδελβέργη Πολιτική Οικονομία. Υπηρέτησε 2 χρόνια στον Γαλλικό στρατό κατά την εκστρατεία της Αλγερίας, το 1833 ήλθε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στο Πεζικό με βαθμό ανθυπολοχαγού. Το 1835 τοποθετήθηκε ως δασονόμος στη Μεσσηνία, το 1837 στην Εύβοια. Έντιμος και εργατικός, παρέμεινε στην υπηρεσία τουλάχιστον έως το 1839.

Alexandersohn, Leopold Theodor
Από το Lindau της Βαυαρίας, όπου ο πατέρας του, Jacob Alexandersohn, ήταν ιδιοκτήτης βιοτεχνίας βαμβακερών ειδών. Είχε σπουδάσει στο Μόναχο Οικονομικά και Νομικά. Τον Δεκέμβριο 1834, όταν κατατάχθηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό, ήταν 26 ετών. Όταν διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να λάβει στρατιωτικό βαθμό ανάλογο με τα προσόντα του, ζήτησε να τοποθετηθεί στη Δασική Υπηρεσία. Στην αίτησή του εξηγεί ότι αποφάσισε να έλθει στην Ελλάδα όχι από ανάγκη, λόγω χρεών ή νομικών προβλημάτων, αλλά επειδή τον καλούσε η τιμή. Ανέλαβε αρχικά τη θέση του γραμματέα στο δασαρχείο Μεσσηνίας, όπου φαίνεται ότι εργάσθηκε με ιδιαίτερο ζήλο, αν κρίνουμε από την 21σέλιδη αναφορά του Συνοπτικές θέσεις για την ελληνική Δασική Υπηρεσία και από την πρόταση του Υπουργού Οικονομικών Θεοχάρη για προβιβασμό του σε δασονόμο λόγω των εξαιρετικών του επιδόσεων. Η Τύχη όμως όρισε διαφορετικά, διότι ο Αlexandersohn αρρώστησε· ύστερα από πολύμηνη αναρρωτική άδεια παραιτήθηκε για λόγους υγείας και επέστρεψε οριστικά στην πατρίδα του (1837). Λίγο πριν την επιστροφή άλλαξε το επώνυμό του σε Soon.

Borchert, Otto
Από το Braunschweig της Σαξωνίας. Εθελοντής Λοχίας του Πυροβολικού. Το 1835 παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα Πέτρου Γραμματικοπούλου από το Ναυαρίνο. Υπηρέτησε ως γραμματεύς του δασαρχείου Μεσσηνίας (1836), δασονόμος Κυνουρίας (1838), γραμματεύς του Δασαρχείου Πυλίας στο Ναυαρίνο (1841). Τον Φεβρουάριο 1843 μετατέθηκε ως γραμματεύς του Τμήματος Δασών στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξαίρετος υπάλληλος, με γραπτή και προφορική γνώση της Ελληνικής, είχε την τύχη όλων των Γερμανών υπαλλήλων που απολύθηκαν τον Σεπτέμβριο 1843· οκτώ μήνες αργότερα βρισκόταν ακόμη στην Αθήνα, σε πλήρη ένδεια, και προσπαθούσε να εξοικονομήσει τα εισιτήρια της επιστροφής γι΄ αυτόν και την οικογένειά του. 

Conrad, Ludwig
Από το Unterleinleiter-Ebermannstadt της Βαυαρίας, γεννημένος στις 2.9.1814. Γιος του ιερέα Johann Simon Conrad, απόφοιτος γερμανικού Γυμνασίου. Σε ηλικία 18 ετών διέκοψε τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (Φυσικομαθηματικές επιστήμες και Αρχιτεκτονική) για να καταταχθεί ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό· επειδή μάλιστα δεν είχε υπηρετήσει τη θητεία του στη Βαυαρία χρειάστηκε ο πατέρας του να καταβάλει εκεί την προβλεπόμενη εγγύηση. Στην Ελλάδα υπηρέτησε ως λογιστής στο Πυροβολικό και στη Διεύθυνση του Οπλοστασίου. Το 1837 ζήτησε να μετατεθεί στη Δασική Υπηρεσία, όπου πρόσφερε υπηρεσίες δασονόμου στη Ν. Εύβοια και στην Αττική. Ανήκε στους υπαλλήλους που μιλούσαν και έγραφαν τα Ελληνικά. Αποφασισμένος να μείνει στην Ελλάδα επειδή μετά τον θάνατο του πατέρα του τίποτε πια δεν τον συνέδεε με την πατρίδα, το 1839 παίρνει την ελληνική ιθαγένεια και το 1842 παντρεύεται την Μαρία Μαντζιάρλη από τον Τύρναβο Θεσσαλίας. Αν και στις κρίσεις χαρακτηρίζεται πρόθυμος, εργατικός, έντιμος και αποτελεσματικός υπάλληλος, κατηγορήθηκε για δωροδοκία και απολύθηκε κατά την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας τον Ιούλιο 1843. Σε επιστολή και υπόμνημά του ο Conrad χαρακτηρίζει την κατηγορία συκοφαντία προερχόμενη από τους εχθρούς του. Υπενθυμίζει ότι στην Εύβοια είχε έλθει σε σύγκρουση με τον διοικητή Αναγνωστόπουλο και τον Οικονομικό Επίτροπο Δαρειώτη για το διαφιλονεικούμενο δάσος Τσέργες, που τελικά χάρη σ΄ αυτόν αποδόθηκε στο κράτος αντί να χαρακτηριστεί ιδιωτικό. (Το δάσος διεκδικούσαν παρανόμως οι κοινότητες Βάβουλα και Τσέργες, που μάλιστα προσπάθησαν να τον δωροδοκήσουν με 80 τάληρα και 100 οκάδες βούτυρο). Άλλη εκδούλευσή του που επικαλείται ο Conrad είναι ότι εισηγήθηκε να τεθούν τα δάση της Σκύρου, Σκιάθου, Σκοπέλου και Χελιδρομίου υπό την προστασία των δασαρχείων της Εύβοιας. Παρ΄ όλ΄ αυτά τον Αύγουστο του 1843 βρίσκεται απολυμένος, με τη γυναίκα του ετοιμόγεννη, αναζητώντας χρήματα για να επιστρέψει στην πατρίδα. Μετά από έναν χρόνο ήταν διορισμένος στη Δασική Υπηρεσία της Βαυαρίας (Δασαρχείο Rauenzell bei Ansbach και αλλού). Αργότερα (1850-51) ζητούσε με επανειλημμένες αιτήσεις να επιστρέψει ως δασονόμος στην Ελλάδα, επειδή η γυναίκα του είχε αρρωστήσει βαριά λόγω της αδυναμίας της να εγκλιματιστεί στη Βαυαρία.  

Denks, Albert
Από το Tilsit της Πρωσίας. Φοίτησε σε Εμπορική Σχολή στην πατρίδα του, ύστερα κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Υπηρέτησε στο 7. Τάγμα Πεζικού, που πολέμησε στις σκληρές μάχες της Μάνης το 1834· εκεί τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι. Μετατέθηκε ως δεκανέας στο 5. Τάγμα Πεζικού, στο φρούριο Ναυαρίνου. Διορίστηκε αρχικά δασοφύλακας Ολυμπίας (1836), ύστερα μετατέθηκε στη Μεγαλόπολη (1837), τέλος επέστρεψε στην Ολυμπία με βαθμό δασονόμου (1841). Γνώριζε καλά τα Ελληνικά, στις υπηρεσιακές κρίσεις περιγράφεται ως ικανότατος υπάλληλος, με άριστες σχέσεις προς τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι ποτέ δεν παραπονέθηκαν γι΄ αυτόν. Τον Ιούλιο 1843 απολύθηκε συνεπεία της μείωσης του προσωπικού -κατά τον ίδιο, μόνον επειδή ήταν άγαμος.  Μαζί με τη δουλειά έχασε και την Ελληνίδα αρραβωνιαστικιά: αναγκάστηκα να φανώ ανέντιμος απέναντι σε μια νεαρή Ελληνίδα που συνδέθηκε μαζί μου, διότι απολυμένος από την εργασία μου και φτωχός, δεν είμαι σε θέση να τη συντηρήσω... Επιπλέον οι οικονομίες του (1000 δρχ) είχαν ξοδευτεί σε γιατρούς και φάρμακα, αλλά και σε δάνεια προς κατοίκους της Ολυμπίας· μάλιστα με τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1843 οι οφειλέτες εκμεταλλευόμενοι την σχεδόν αήθη κατάσταση της χώρας αρνούνταν την επιστροφή των χρημάτων. Καταφεύγοντας στο δικαστήριο πήρε πίσω τα μισά και τον Ιούνιο 1844 έφυγε από την Ολυμπία για την Πάτρα, την Τεργέστη, το Τίλσιτ. Στην πατρίδα τα βρήκε όλα αλλαγμένα: ο πατέρας είχε πεθάνει, η μητέρα ήταν γερασμένη και φτωχή, οι συγγενείς πρόθυμοι για συμβουλές, αλλά όχι για βοήθειαΟύτε στην ίδια την πατρίδα μου δεν ξέρω πια τι να κάνω, διότι με τη 10ετή απουσία μου στην Ελλάδα παραμέλησα τις οικογενειακές μου υποθέσεις και τις σπουδές μου... Απελπισμένος, ζητά με αίτησή του προς τα Ανάκτορα (1845) μια συστατική επιστολή για την θεία του Όθωνα, βασίλισσα της Πρωσίας.


IMG 0877 3Διακριτικό στολής αρχιδασοφύλακα (φωτ.: ΓΑΚ/Ενυώ)

von Düring, Karl Wilhelm Gustav
Υπηρέτησε στο 5. Τάγμα Πεζικού ως δεκανέας. Το 1836 διορίστηκε δασονόμος στη Μεσσηνία, το 1840 μετατέθηκε στην Αργολίδα. Πολλά φλεγματικός, χωρίς γνώσεις δασονομίας και Ελληνικών, απελύθη το 1841 λόγω ανεπαρκούς επιτήρησης των δασών. Στη συνέχεια διορίστηκε βοηθός στην αλαταποθήκη Πειραιώς (1842).

Στο Αρχείο σώζεται επιστολή της Helena Düring, μητέρας του Karl και άλλων 11 παιδιών, από το Oldenburg.

von Erlach, Karl Robert
Στρατιωτικός, με καλή μόρφωση. Ήλθε στην Ελλάδα το 1825, για να ξεφύγει απ΄ την αδράνεια της ειρηνικής ζωής: για να μάθω πρακτικά τον πόλεμο, αφού δεν είχα άλλη ευκαιρία γι΄ αυτό. Πολέμησε υπό τον Φαβιέρο (η συστατική του επιστολή σώζεται) και επέστρεψε στην πατρίδα του με τον τίτλο του Φιλέλληνα. Το 1834 βρίσκεται πάλι στην Αθήνα και ζητά με αίτησή του να διοριστεί καθηγητής στη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων· μιλάει Γαλλικά, Ιταλικά και Ελληνικά. Ύστερα από πολλούς μήνες αναμονής, του προτείνεται η θέση του διερμηνέα του δασάρχη Μεσσηνίας Frimmer (1835). Αργότερα διορίστηκε δασονόμος στη Ρούμελη (1836), όπου παρέμεινε τουλάχιστον έως το 1838, έχοντας κάνει βασίμους προόδους εις τας δασονομικάς γνώσεις. Άοκνος, ευπρεπής και σεμνός.  

Ernst, Johann
Σπούδασε σε μερικά Πανεπιστήμια της Γερμανίας. Υπηρέτησε ως δασονόμος στην Εύβοια. Είχε θετικές κρίσεις ως υπάλληλος, αλλά και 4 καταδίκες από δικαστήρια (για απειλές, προσβολή δικαστηρίου, επίθεση -βλ. σχετικά Königer). Παύθηκε το 1838, επέστρεψε στη χώρα του με κλονισμένη υγεία το 1839.

Graf, Franz Seraphin
Από το Simbach της Βαυαρίας, γεννημένος στις 4.12.1806. Φοίτησε 3 χρόνια στο Πανεπιστήμιο, υπηρέτησε 3 χρόνια στη βαυαρική Δασική Υπηρεσία. Ήλθε στην Ελλάδα ως εθελοντής, δεκανεύς στους Λογχιστές Ιππείς (1834). Με αίτησή του διορίστηκε στην Ήλιδα αρχικά ως δασοφύλακας, ύστερα ως δασονόμος. Το 1836 παντρεύτηκε την κόρη του κτηματία Γεωργίου Απαραγόπουλου. Παραιτήθηκε το 1837 και επέστρεψε στη Βαυαρία, όμως και εκεί δυσκολευόταν να επιβιώσει· σε 3 επιστολές του από το Μόναχο (1850-52), εκλιπαρεί για μια θέση εργασίας ή κάποιο χρηματικό βοήθημα και περιγράφει την δεινή κατάσταση της 6μελούς οικογένειάς του, που βρίσκεται στα όρια μεταξύ λιμοκτονίας και προλεταριάτου.  

des Granges, Moritz
Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή της Δρέσδης, υπηρέτησε ως αξιωματικός στον πρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στις εκστρατείες κατά του Ναπολέοντα (1813-15). Το 1821-22 ήλθε στην Ελλάδα και έλαβε μέρος στις πρώτες μάχες, όπως όμως λέει ο ίδιος: είδα ότι λόγω της επικρατούσας τότε αναρχίας δεν μπορούσα να είμαι χρήσιμος. Επέστρεψε στην πατρίδα του για να ζήσει ως αγρότης, καλλιεργώντας τη δική του γη και διαχειριζόμενος ξένα δασικά κτήματα. Με την ανάρρηση του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο ξύπνησε η παλιά του αδυναμία για την Ελλάδα· με αίτησή του από το Roitzschberg bei Meissen (1834) ζητά να καταταγεί -φυσικά ως αξιωματικός- στον Ελληνικό Στρατό, είτε να διοριστεί σε κάποια πολιτική θέση αντίστοιχη των ικανοτήτων του. Είναι πλέον 38 ετών, παντρεμένος, με 3 παιδιά -μεταξύ των οποίων ένα 9χρονο αγόρι- και προτίθεται να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα, επενδύοντας εκεί τις οικονομίες του (8-10 χιλ. πρωσικά τάληρα). Το Υπουργείο Στρατιωτικών κρίνει θετικά: εκτός των άλλων προσόντων, ο des Granges γνωρίζει Γαλλικά και είναι άνθρωπος με χαρακτήρα και μόρφωση. Αρχικά διορίστηκε δασονόμος στο Ξηροχώρι Ευβοίας, όπου ήλθε αντιμέτωπος με το ελληνικό καλοκαίρι και τις ειδικές συνθήκες του επαγγέλματος: η κοπιώδης υπηρεσία τους ζεστούς θερινούς μήνες και μάλιστα πεζή σε μια περιφέρεια με περισσότερα από 100 χωριά με έριξε άρρωστο στο κρεβάτι...είναι πλέον αδύνατο να συνεχίσω την υπηρεσία μου χωρίς άλογο. Σύντομα του χορηγήθηκε επίδομα εξάρτυσης και -τώρα πια με άλογο- μετατέθηκε ως δασονόμος στις Κυκλάδες και ύστερα ως δασάρχης στην Ήλιδα και στην Εύβοια (1837). Όταν το 1838 υπέβαλε την παραίτησή του, ήταν Υποεπιθεωρητής Δασών Ανατ. Ελλάδος. Τότε ξεκίνησε μια διένεξη με το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο τον κατηγορούσε για κακοδιαχείριση στην Ηλεία. Η υπόθεση έληξε μετά από 2 χρόνια, με την αποκατάσταση και αποζημίωση του des Granges. Το 1848 του απονεμήθηκε ο αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος· η ευχαριστήρια επιστολή  προς τον Όθωνα έχει γραφεί στον Αγιαννάκο Ευβοίας, όπου ο des Granges είχε αγοράσει γη και ήταν εγκατεστημένος.


601px Severin Nilson SkogsarbetareSeverin Nilsson, Δασικός εργάτης
(Wikimedia Commons 19.6.2018)

Henning (von Manstein), Julius
Πρώην φοιτητής, κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό ως εθελοντής το 1832. Υπηρέτησε ως υπαξιωματικός (σιτιστής) στο Πυροβολικό και ως λογιστής στη Διεύθυνση του Οπλοστασίου. Το 1838 ήταν δασονόμος Αττικής, το 1839 παντρεύτηκε μια Υδραία. Επειδή σκόπευε να εγκατασταθεί στο Μενίδι, την έδρα του Δασονομείου, και ν΄ ασχοληθεί εκεί με τη δενδροκαλλιέργεια, ζήτησε να του χορηγηθεί δάνειο για μια κατοικία· στην αίτησή του υπενθυμίζει ότι ο ίδιος είχε συλλάβει στον Ωρωπό 4 ληστές. Το 1840 είχε την ατυχία να του ζητηθεί η σύνταξη ενός πρωτοκόλλου οριοθέτησης των δασικών κτημάτων του Αυλάρχη Σκαρλάτου Σούτζου, στις περιοχές Σούλι, Κιούρκα και Τατόι. Η επιτόπια έρευνα του Ηenning απέδειξε ότι οι διεκδικήσεις του Σούτζου περιλάμβαναν και εκτάσεις είτε του Δημοσίου είτε διεκδικούμενες από τη μονή Καλό Λιβάδι ή άλλους κατοίκους της περιοχής, έτσι το πρωτόκολλο δεν συντάχθηκε έγκαιρα και ο Ηenning τιμωρήθηκε -αδίκως- με πρόστιμο. Εν τέλει απαλλάχθηκε από τη χρηματική ποινή, αλλά μετατέθηκε στη Φθιώτιδα (Λαμία). Φαίνεται ότι παρέμεινε στην Ελλάδα και μετά την εκδίωξη των Γερμανών από τις δημόσιες θέσεις το 1843, καθώς γραφέας με το ίδιο όνομα υπηρετούσε στο Αυλαρχείο τουλάχιστον έως το 1861.

Μητέρα του ήταν η Ernestine von Manstein από το Βερολίνο, χήρα. Στην Ελλάδα ζούσαν και οι δύο αδελφές του: η πρώτη ήταν παντρεμένη με τον λογιστή Heinrich Beck, η δεύτερη, Bernardine, με τον Friedrich Hoffmann, καθηγητή της Στρατιωτικής Σχολής στον Πειραιά. 2 επιστολές της Ernestine και της Bernardine σώζονται στο Οθωνικό Αρχείο. 

Hilber, Maximilian
Γιος αλατεμπόρου από το Laufen της Βαυαρίας, γεννημένος περί το 1804. Υπηρέτησε 8 χρόνια στον βαυαρικό και 4 χρόνια στον ελληνικό στρατό, ως επιλοχίας στο 4. και 5. Τάγμα Πεζικού. Το 1836 διορίστηκε δασονόμος στη Ρούμελη (Καρπενήσι). Αν και επιμελέστατος, το 1838 παύθηκε διότι είχε πάθος εις τον ένα πόδα. Μετά την απόλυσή του νοσηλεύθηκε επί 10 μήνες σε νοσοκομεία της Αθήνας, Πάτρας και Τεργέστης. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του είναι πλέον ανάπηρος και δίχως πόρους ζωής. 

Hoffmann, Karl
Επειδή γνώριζε Ελληνικά ορίστηκε διερμηνέας του δασάρχη Ευβοίας Geiger (1834). Όταν ασθένησε και δεν μπορούσε να τον ακολουθεί στις περιοδείες, ανέλαβε τη θέση του γραμματέα στο ίδιο δασαρχείο. Η πνευμονοπάθειά του σύντομα επιδεινώθηκε και κατέληξε σε θάνατο (Χαλκίδα, 2.6.1835).

Höger, Franz
Εθελοντής στρατιώτης του 7. Τάγματος Πεζικού το 1834, έλαβε μέρος στα γεγονότα της Μάνης και νοσηλεύθηκε στο Ναύπλιο. Εργάσθηκε ως μεταφραστής στο Υπουργείο Στρατιωτικών και το 1836 διορίστηκε γραμματεύς του δασαρχείου Αρκαδίας. Παύθηκε το 1838. 

Lehr, Anton
Υπηρετούσε ως δασοφύλακας στη Γιάλοβα Πύλου, κοντά στο Ναυαρίνο. Στην απομονωμένη καλύβα του, ταυτόχρονα κατοικία και δασοφυλακείο, δέχθηκε την επίθεση ληστών, που τον λήστεψαν και τον κακοποίησαν. Έμεινε 3 μήνες στο νοσοκομείο πριν παραιτηθεί, το 1838. 

IMG 0875 2Διακριτικό στολής δασοφύλακα (φωτ. ΓΑΚ/Ενυώ)

List, Jakob
Είχε φοιτήσει σε Γυμνάσιο στη Βαυαρία και ήταν στρατιωτικός πριν καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός στο 8. Τάγμα Πεζικού (1835) και ύστερα ως δασονόμος στην Πελοπόννησο και στη Στερεά (Φθιώτιδα, Φωκίδα) από το 1837 έως το 1843. Ως δασικός υπάλληλος είχε πολύ καλές κρίσεις: εκτελεί άριστα την εξωτερική υπηρεσία, επιτηρεί με ακρίβεια τις υλοτομίες, διακρίθηκε στον φόνο ενός ληστή, έχει έξοχη συμπεριφορά και άμεμπτη εντιμότητα. Από την έρευνα του υπουργείου για κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του αποδείχθηκε μάλλον εχθρία και μίσος κατά του ξένου, παρά το αληθές του πταίσματός του. Μετά την απόλυσή του το 1843, επέστρεψε στο Μόναχο με τη σύζυγο και τα 2 παιδιά του· είχε υπηρετήσει συνολικά 22 χρόνια στον στρατό, είχε συστατικές επιστολές πολλών ελληνικών αρχών, αλλά καμία περιουσία και καμία εργασία.

Maison, Friedrich Wilhelm Hermann
Γεννημένος στις 3.11.1810 στο Birk-Pegnitz της Βαυαρίας. Είχε υπηρετήσει στο Ελαφρύ Ιππικό του βαυαρικού στρατού (1828-34). Στην Ελλάδα ήταν δεκανεύς του Πυροβολικού (1834-38). Το 1836 τοποθετήθηκε ως δασονόμος στη Μεσσηνία, αφού εξετάστηκε για τις γνώσεις του (πρακτική Δασονομία και Αριθμητική). Όταν το 1837 μετατέθηκε στην Εύβοια προστέθηκε κι αυτός στα θύματα των ληστών: Στον δρόμο για την Εύβοια, κοντά στο Μαρκόπουλο, μου επιτέθηκε μια συμμορία ληστών, που με λήστεψαν, με κακοποίησαν και με τραυμάτισαν σοβαρά. Με έσυραν μαζί τους και μόνο με μεγάλο κόπο και πόνο κατάφερα να ξεφύγω. Παύθηκε το 1838 λόγω της μείωσης του προσωπικού και επέστρεψε στον στρατό. Επειδή τα τραύματά του δεν του επέτρεπαν πλέον να χειρίζεται όπλα, ορίστηκε επιστάτης στο στρατιωτικό ιπποφορβείο Τημενίου Αργολίδος· όμως το ανθυγιεινό κλίμα της περιοχής μού προξένησε ελονοσία και κόντεψα να πεθάνω, όπως πολλοί άλλοι στρατιώτες που πέθαναν έτσι. Το 1840 ο Μaison παραιτήθηκε για λόγους υγείας και επέστρεψε στη Βαυαρία, όπου διορίστηκε εισπράκτορας λαχείων στο Reichenhall. Η προοπτική της Ελλάδας επανήλθε στον ορίζοντα δέκα χρόνια αργότερα: σε επιστολή του από το Μόναχο (1850) ζητά ν΄ αγοράσει ή να ενοικιάσει και να ξαναθέσει σε λειτουργία το ιπποφορβείο Τημενίου.

Müller, Philipp
Γεννημένος περί το 1806. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου Οικονομικά. Κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό αφού πλήρωσε αντικαταστάτη για τη θητεία του στη Βαυαρία. Συμμετείχε με το 7. Τάγμα Πεζικού στις εκστρατείες της Ρούμελης και της Μάνης. Στη Δασική Υπηρεσία διορίστηκε τον Μάρτιο 1836. Υπηρέτησε στην Ήλιδα και στην Αργολίδα, αρχικά ως δσοφύλακας και ύστερα ως δασονόμος έως το 1838, οπότε και παύθηκε ένεκα απειθείας προς τους ανωτέρους του και λόγω εμπαθούς και δυστρόπου χαρακτήρος. Ο ίδιος ήθελε να μείνει στην Ελλάδα. Παραπονούμενος και διαμαρτυρόμενος για την απόλυσή του κατάφερε να (ξανα)διοριστεί γραμματέας στο Υπουργείο Στρατιωτικών, όπου βρισκόταν τουλάχιστον μέχρι τον Ιανουάριο 1841. 

Στο Αρχείο σώζονται 4 επιστολές από την περίοδο 1845-48 που υπογράφονται από τον Philipp Müller, καθηγητή ξιφασκίας στη Σχολή Ευελπίδων. Άγνωστο αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Rabus, August
Είχε σπουδάσει -μάλλον Φιλολογία- στο Erlangen και εργαζόταν στην Υπηρεσία Συντάξεων στο Weilheim της Βαυαρίας. Ακολούθησε την πρώτη ελληνική αποστολή ως ιδιώτης και αρχικά απασχολήθηκε για ένα διάστημα στη Γραμματεία του Ανακτοβουλίου. Το 1834 διορίστηκε, κατόπιν εξετάσεων, καθηγητής Γερμανικών στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (αντικατέστησε εκεί τον μεταφραστή της Αντιβασιλείας Michael Heumann όταν αυτός έφυγε από την Ελλάδα). Όμως οι μαθητές αρνούνταν να μάθουν Γερμανικά, διότι δεν τα θεωρούσαν αναγκαία όσο άλλα μαθήματα· ο Rabus θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη φτωχή τους πρόοδο -είχε μόνο 5 μαθητές- και παύθηκε το 1837. Καθώς είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια με μια Ελληνίδα, του προσφέρθηκε η θέση του γραμματέα στην Επιθεώρηση Δασών Ανατ. Ελλάδας και -μετά τη διάλυσή της- του δασονόμου Αργολίδος (1838). Εν τέλει παύθηκε το 1840 λόγω κακής διαγωγής. Για 2 χρόνια βιοποριζόταν παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά με πενιχρές απολαβές. Επέστρεψε στη Γερμανία το 1842, όταν με τον θάνατο του αδελφού του στο Landau κληρονόμησε 6 χιλ. φλορίνια.

Scherf, Christian
Από το Aschaffenburg της Βαυαρίας. Είχε σπουδάσει Οικονομικά και ήταν υπάλληλος στην Ταχυδρομική Υπηρεσία του Speyer. Ζήτησε να διοριστεί στην Ελλάδα και τοποθετήθηκε ως γραμματέας στο Δασαρχείο Ήλιδας-Αχαΐας, με έδρα τον Πύργο (Μάρτιος 1835). Μόλις 4 μήνες αργότερα παραιτήθηκε, μετά τα εξής γεγονότα, τα οποία πληροφορούμαστε από τον προϊστάμενό του, δασάρχη Geiger: έστειλα τον γραμματέα Scherf στο κτήριο του Δασαρχείου που μας είχε διατεθεί, το οποίο όμως εξαιτίας των δολοπλοκιών του επάρχου και του αρχηγού της Χωροφυλακής δεν μου είχε παραδοθεί προς επισκευή. Εκεί, μπήκαν στο δωμάτιο 4 οπλισμένοι χωροφύλακες, έβρισαν τον Scherf, που ποτέ δεν τους είχε δώσει καμιά αφορμή, μόνο από μίσος και φθόνο για το προσωπικό μας, που το έσυραν έξω από το κτήριο· επειδή ο Scherf δεν υπάκουσε στη διαταγή τους να βγεί από το δωμάτιο, τον έριξαν με γροθιές στο δάπεδο και τον κακοποίησαν τόσο, που έχασε τη φωνή του. Ο Scherf, επιβαρυμένος και με άλλα προβλήματα υγείας, επέστρεψε άφωνος στην πατρίδα του. 7 μήνες αργότερα (Μάιος 1836) στέλνει από το Μόναχο επιστολή/αίτηση προς τον Όθωνα,  όπου εκφράζει πάλι το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα: είναι πλέον υγιής, πρόθυμος να ξαναϋπηρετήσει στην παλιά του θέση και ζητά την άδεια να παντρευτεί την κόρη τού εμπόρου Παναγόπουλου που ζει στην Τεργέστη. Η αίτηση εξετάστηκε μετά από δύο μήνες (Ιούλιο 1836)· στο περιθώριο της πρώτης σελίδας διαβάζουμε το σχόλιο της Γραμματείας των Ανακτόρων: εις τα αρχεία, διότι ο Scherf αμέσως μετά την άφιξή του αυτοπυροβολήθηκε. 

CHE

Schlumberger, Julius
Μεταλλουργός, από τη Στουτγάρδη. Τον Αύγουστο 1834 που νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο Ακροναυπλίας ως στρατιώτης του 5. Τάγματος Πεζικού ήταν 20 ετών. Το 1836 διορίστηκε δασονόμος στη Ρούμελη (Λιβαδιά). Παύθηκε το 1838 λόγω της μείωσης του προσωπικού, ως ο νεώτερος κατά τον χρόνον της υπηρεσίας. Το 1840 εμφανίζεται διορισμένος γεωμέτρης γ΄ τάξεως στην Πελοπόννησο, όπου υπό τη διεύθυνση του γεωμέτρη Zerse σχεδιαζόταν ο συνοικισμός των Ηπειρωτών στην Κυλληνία και η αποξήρανση των ελών (διάνοιξις χανδάκων) της Ηλείας.

Schmitzberger, Wilhelm
Γεννημένος στις 28.5.1802, στο Tamsweg της Αυστρίας. Οι γονείς του και ο ίδιος ασχολούνταν με τη δασοκομία. Είχε υπηρετήσει 6 χρόνια (1822-28) στους Γρεναδιέρους του βαυαρικού στρατού και έπειτα ως δασονομικός υπάλληλος στο Reit im Winkl και ως βοηθός στο αλατωρυχείο του Reichenhall της Βαυαρίας. Στην Ελλάδα ήλθε ως εθελοντής το 1833 και υπηρέτησε στο Τάγμα Σκαπανέων αρχικά ως απλός στρατιώτης, ύστερα ως λοχίας. Το 1837 μετατέθηκε ως δασονόμος στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας· εκεί συνέβησαν τα  ακόλουθα, όπως τα αφηγείται ο ίδιος: Στο μέρος εκείνο προσέλαβα τη γυναίκα του αρτοποιού Ηλία ως υπηρέτρια. Αυτό το ανδρόγυνο ζούσε με συνεχείς διαπληκτισμούς, και αυτός ήταν ο λόγος που αργότερα χώρισε. Μετά από παράκληση της γυναίκας, τη δέχτηκα να μένει στο σπίτι μου, αλλά εξαιτίας αυτής της συγκατοίκησης ο άνδρας της ζήλεψε τόσο, που με κατήγγειλε ότι έχω σχέσεις μαζί της. Επειδή τότε ήμουν άρρωστος στο κρεβάτι με υψηλό νευρικό πυρετό και δεν μπορούσα αυτοπροσώπως να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, καταδικάστηκα από το δικαστήριο Μεσολογγίου σε 6 μήνες φυλάκιση και απώλεια της θέσης μου, ως υπαίτιος του χωρισμού τους. Μετά την ανάρρωσή μου εξέτισα την ποινή... Κατόπιν αυτών ο Schmitzberger παύθηκε -δεν ήξερε και Ελληνικά- και του χορηγήθηκε επίδομα 200 δρχ. για τα δικαστικά έξοδα και επιστροφή στην πατρίδα. Όμως δεν αναχώρησε. Διπλά τιμωρημένος για μια ανθρώπινη αδυναμία, όπως λέει, ζητούσε με επανειλημμένες αιτήσεις να ξαναδιοριστεί δασονόμος: τη δυνατότητα επιβίωσης στην πατρίδα μου την έχω χάσει οριστικά, λόγω της Ελλάδας· παντρεύτηκα μια νεαρή Ελληνίδα, που είναι εδώ και 6 μήνες άρρωστη· για να μπορέσω να ζήσω τίμια και να φροντίσω τη γυναίκα μου, αναγκάστηκα να εργάζομαι στη διακόσμηση των Ανακτόρων ως χρωματοπαρασκευαστής και χρωματιστής για 2 δραχμές την ημέρα... (Αθήνα 1841).

Sievert, Ferdinand
Στη Βάδη είχε 3 χρόνια προϋπηρεσίας ως διαχειριστής δασικού αγροκτήματος και 10 χρόνια ως υπαξιωματικός του Πυροβολικού. Στον ελληνικό στρατό υπηρέτησε από το 1833 έως το 1837, ως καταλυματίας του Τάγματος Σκαπανέων. Ήταν παντρεμένος με Ελληνίδα και αποφασισμένος να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ζήτησε να διοριστεί στη Δασική Υπηρεσία και υπηρέτησε ως δασονόμος Αττικής (1837), δασάρχης Μεσσηνίας και υποεπιθεωρητής ΒΔ Πελοποννήσου (1838). Στην αξιολόγηση του προσωπικού κρίνεται ως υπάλληλος-πρότυπο, με γνώσεις και ήθος. Τελικά προτίμησε να μετατεθεί στη Γραμματεία του Ανακτοβουλίου, όπου εργαζόταν τουλάχιστον έως το 1860. 

3. Δασικοί υπάλληλοι με μικρή τεκμηρίωση στο Αρχείο (εδώ μόνον τα ονόματα)

von Asch, Adolph
Beck, Johann

von Beulwitz, Alexander
Bischoff, Karl
Blonner, Mathias
Buck, Max Joseph
Dotter, Ignaz

Ernst, Friedrich
Ernst, Heinrich
von Freyberg, Adolph
Geuss/Geiss/Heiss, (Max) Emanuel
Gylani, Alexander
Hagen/Haagen, Joseph
von Hahn/Hann, Albert
Hausmann, Karl
Heberlein/Haeberlein, Heinrich
Heusinger, August
Holler, Peter
Jonner, Heinrich
Knorr, Karl
Mirbach, Otto
von Schaden, August
von Schauroth, Friedrich
Schubert, Eduard
Stucky, Julius
Suffenplan, Ludwig
Utt, Johann Christoph
Varennes, August
Voigt, Friedrich
Vollmer, Jakob
Walck, Anton
Zeissler, Wolfgang

4. Δασονόμοι που τεκμηριώνονται στο Αρχείο, αλλά δεν ήλθαν στην Ελλάδα

von Bibra, Bernhard
Bomhard, Julius
Bronn, Valentin
Dolles, Heinrich
Dotter, Johann Adam
Duetsch, Philipp
von Heyden, Anton
Schubert, -

Πηγές

ΓΑΚ-ΚΥ, Οθωνικό Αρχείο Ανακτόρων
ΓΑΚ-ΚΥ, Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Οικονομικών

Βιβλιογραφία

Regierungs-Blatt für das Königreich Bayern 1837 (Google Books) 

Stephan Behlen, Forstliche Zustände von Griechenland, Allgemeine Forst- und Jagdzeitung, 9. Jahrgang, 1840, S. 299-302, 353-356 (Google Books)

Πάνος Γρίσπος, Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα 1973

Rudolf Rösler, Die Organisation der griechischen Forstverwaltung durch bayerische Forstleute, in: Reinhard Heydenreuter, Jan Murken, Raimund Wünsche (Hrsg.): Die erträumte Nation. Griechenlands Wiedergeburt im 19. Jahrhundert, München 1993

 

 

  

  

  

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ἐν ἀρχῇ ἦν τὸ ἀρχεῖον Νοσταλγία θανατηφόρος »

Built with HTML5 and CSS3 Copyright © 2017
Website Design and Development: isotopon