C. W. Hübner, Γερμανοί μετανάστες, 1846 (λεπτομέρεια)
via Wikimedia Commons
Για αρκετούς άνδρες και γυναίκες της Βαυαρίας η απόφαση να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα συνδέθηκε με τη σύναψη ενός γάμου. Αυτοί οι βαυαρικοί γάμοι με την ελληνική προοπτική είναι το θέμα του άρθρου.
Γερμανία: μαζική φτώχια, υπερπληθυσμός και η ελευθερία του γάμου
Όλο το διάστημα της βασιλείας του Όθωνα στην Ελλάδα συμπίπτει χρονικά με μια περίοδο οικονομικής εξαθλίωσης του πληθυσμού στη Γερμανία, ιδίως στα πυκνοκατοικημένα νοτιοδυτικά κράτη.
Κατά την αντίληψη των συγχρόνων και σύμφωνα με τη μαλθουσιανή θεωρία, κυριότερο αίτιο του φαινομένου ήταν ο υπερπληθυσμός, δηλαδή ο "μαζικός και αλόγιστος" πολλαπλασιασμός του προλεταριάτου, που δεν συμβάδιζε με τον ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης και ήταν δυσανάλογος προς τη διαθέσιμη τροφή. Ως λύση του προβλήματος επικράτησε η συντηρητική πολιτική του ελέγχου των γεννήσεων, με τον περιορισμό της ελευθερίας γάμου των φτωχών πολιτών.
Βαυαρία: dura lex
H Βαυαρία ήταν το κράτος όπου ο περιορισμός της ελευθερίας του γάμου εφαρμόστηκε με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα. Αυτό οφειλόταν στην ασυνήθιστα μεγάλη και πρωτοφανή δύναμη που είχε παραχωρήσει το κράτος στις κοινότητες, οι οποίες από το 1834 μπορούσαν με το δικαίωμα του βέτο να απαγορεύουν σ΄έναν πολίτη όχι μόνο τον γάμο, αλλά και τα συνυφασμένα με αυτόν δικαιώματα της εγκατάστασης σ' έναν τόπο και της εξάσκησης ενός επαγγέλματος. Την απαίτησή τους να συναποφασίζουν στήριζαν οι κοινότητες στο γεγονός ότι οι φτωχοί επιβάρυναν υπερβολικά τα κοινοτικά ταμεία.
Για ν' αποκτήσει κάποιος δικαίωμα εγκατάστασης και γάμου σε μια βαυαρική κοινότητα έπρεπε να κατέχει σπίτι ή γη, ή άδεια άσκησης κάποιου επαγγέλματος, ή ένα εξασφαλισμένο ελάχιστο εισόδημα. Στην πραγματικότητα όμως η τελική απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου υπέρ ή κατά της χορήγησης αυτών των δικαιωμάτων καθοριζόταν πολύ συχνά από άλλα κριτήρια, όπως τα πολιτικά φρονήματα ή το θρησκευτικό δόγμα του υποψηφίου, καθώς και από τον φόβο του επαγγελματικού ανταγωνισμού. Εξαιτίας της κοινοτικής αυθαιρεσίας ένα ποσοστό
6-10% όσων ζητούσαν άδεια γάμου και εγκατάστασης καταδικάζονταν σε στέρηση του δικαιώματος να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα αφενός να μειωθούν οι γάμοι, αφετέρου ν' αυξηθεί ο μέσος όρος της ηλικίας γάμου και ο αριθμός των ανύπαντρων. Επίσης συνδέεται στενά με τη μεγάλη αύξηση των εξώγαμων τέκνων.
Ένα άλλο μέσο που χρησιμοποίησε το βαυαρικό κράτος για να απαλλαγεί από τους φτωχούς πολίτες ήταν η μετανάστευση, την οποία το ίδιο ενθάρρυνε και καθοδηγούσε. Στο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα του 19. αιώνα, που κινήθηκε κυρίως προς την Αμερική, η Βαυαρία κατείχε ένα σημαντικό ποσοστό, με 260 χιλιάδες μετανάστες (επί 4 εκατομμυρίων κατοίκων) στο διάστημα 1834-1864. Και μια από τις αιτίες που πολλοί, κυρίως νέοι άνδρες, εγκατέλειψαν τη χώρα τους, ήταν τα εμπόδια που έθεταν οι κοινότητες στη εγκατάσταση, τον γάμο και την επαγγελματική δραστηριότητα.

F. Schlesinger, Στο γραφείο μετανάστευσης
via Wikimedia Commons
Ελλάδα: ...προς έναν ηπιότερο, νότιο ουρανό...
Στην προπαγάνδα του βαυαρικού κράτους υπέρ της μετανάστευσης η Ελλάδα απέκτησε ιδιαίτερη θέση λόγω των ιστορικών συγκυριών. Η ελεύθερη πλέον, ωστόσο ερημωμένη χώρα των 750 χιλιάδων κατοίκων στην οποία βασίλευε ο γιος του Λουδοβίκου Α' χρειαζόταν επειγόντως ενίσχυση του πληθυσμού της με εργατικό δυναμικό και ειδικευμένους τεχνίτες. Η μετακίνηση προς τα εκεί ενός ικανού αριθμού φτωχών αλλά χρήσιμων ανθρώπων συνέφερε και τις δύο χώρες. Προσκλήσεις μέσω των εφημερίδων και προπαγανδιστικά βιβλία που πρόβαλλαν την Ελλάδα ως χώρα ευκαιριών αφθονούσαν στη Βαυαρία. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο προώθησης της μετανάστευσης, οι αρχές χρησιμοποίησαν ως μέσον και το κίνητρο του γάμου, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Πρώτοι -δυνάμει- μετανάστες στην Ελλάδα ήταν ουσιαστικά οι Βαυαροί εθελοντές στρατιώτες, στην πλειονότητά τους ανύπαντροι. Όπως προκύπτει από τις πηγές, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν έναν γάμο μετά τη στρατολόγησή τους στο Μόναχο, κατά την περίοδο 1833-35. Το γεγονός αποτυπώνεται στις βαυαρικές εφημερίδες της εποχής:
Η παρέλαση του ελληνικού στρατού την Τρίτη [...] ήταν υπέροχη. [...] Πολλοί παντρεύτηκαν μόλις την προηγούμενη μέρα στους εδώ ναούς και πολλές γυναίκες και παιδιά ακολούθησαν κατά την αναχώρηση.
(Die Bayer'sche Landbötin Nr 116/26.9.1833)
[...] Οι γάμοι επιτρέπονται σε απεριόριστο αριθμό, ωστόσο οι εθελοντές δεν χρησιμοποιούν την ευκαιρία τόσο συχνά όσο θα ήθελαν τα πρόθυμα για γάμο και μετανάστευση κορίτσια της εργατικής τάξης.
(Die Bayer'sche Landbötin Nr 135/9.11.1833)
Μεταξύ των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων που αναχώρησαν χθες στις 9 το πρωί, 33 άτομα έλαβαν άδεια γάμου, από τα οποία ένας στρατιώτης προτεσταντικού δόγματος νυμφεύθηκε εδώ. Οι υπόλοιποι Καθολικοί υποψήφιοι θα τελέσουν τον γάμο τους στο Altötting.
(Der bayerische Volksfreund 16.11.1833)
Στον Τύπο δημοσιεύονταν και αγγελίες σαν την ακόλουθη, όπου επίσης η κατάταξη στον ελληνικό στρατό και η μετανάστευση στην Ελλάδα συνδυάζονται με την επιθυμία του γάμου:
Ένας άνδρας στην ακμή της ηλικίας του, επιλοχίας του ελληνικού βασιλικού στρατού, ο οποίος αναχωρεί σε 2-3 μήνες για την Ελλάδα και είναι σε θέση να συντηρήσει αξιοπρεπώς μια γυναίκα, αναζητά ως σύζυγο ένα κορίτσι ή μια χήρα, που θα μπορούσε να ταξιδέψει μαζί του στην Ελλάδα. Αυτή πρέπει να έχει ηλικία έως 23 ετών, να έχει ευχάριστο παρουσιαστικό και να διαθέτει περιουσία τουλάχιστον 500 φλορινίων.
(Die Bayer'sche Landbötin Nr 127/23.10.1834)
Οι στρατιώτες που ήθελαν να νυμφευθούν έπρεπε σύμφωνα με τη στρατολογική συνθήκη Ελλάδας-Βαυαρίας του 1832 (άρθρο 23) να τηρήσουν τη βαυαρική νομοθεσία και επιπλέον να ζητήσουν την άδεια της ελληνικής κυβέρνησης. Φαίνεται όμως ότι η Επιτροπή Στρατολογίας στο Μόναχο χορηγούσε την άδεια και σε άτομα που βάσει του νόμου δεν την δικαιούνταν. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία τού Χ. Νέεζερ και από σχετικά τεκμήρια του Οθωνικού Αρχείου.
Στα Απομνημονεύματα του Νέεζερ αυτοί οι βιαστικοί γάμοι, που τελούνταν σχεδόν συνωμοτικά σε μια μικρή εκκλησία στα σύνορα με την Αυστρία από έναν ιερέα που είχε στείλει η στρατιωτική Υπηρεσία εκεί ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό, χαρακτηρίζονται ντροπή για τις βαυαρικές αρχές, διότι επιτρέπονταν σε φαυλόβιες γυναίκες και γενικά σε ανθρώπους τού όχλου, στους οποίους ο βαυαρικός νόμος ουδέποτε θα παρείχε άδεια γάμου λόγω της κακής διαγωγής τους. Η άποψη ότι η φτώχια οφείλεται στην ανηθικότητα των λαϊκών τάξεων, που συνεπώς φταίνε οι ίδιες για την κατάστασή τους, ήταν τότε κοινός τόπος· μια αίτηση γάμου μπορούσε ν' απορριφθεί απλώς επειδή η νύφη "ήταν προφανώς κακή νοικοκυρά".
Οι γάμοι που τελούνταν με την άδεια της Στρατολογικής Επιτροπής ούτε από το βαυαρικό κράτος αναγνωρίζονταν αν οι σύζυγοι επέστρεφαν αργότερα στην πατρίδα τους, ούτε στην Ελλάδα τους εξασφάλιζαν δικαιώματα ίσα με εκείνων που είχαν παντρευτεί σύμφωνα με τον βαυαρικό νόμο, δηλαδή με την άδεια μιας κοινότητας. Παράδειγμα η Josepha Racke και ο σκαπανέας Joseph Hasenknopf, που ήλθαν στην Ελλάδα παντρεμένοι με άδεια της Στρατολογικής Επιτροπής. Λίγο μετά την άφιξή τους ο μεν Joseph σκοτώθηκε στη Μάνη, η δε Josepha αιχμαλωτίστηκε από τους Μανιάτες και όταν αφέθηκε ελεύθερη είχε χάσει όλα τα υπάρχοντά της. Αν και χήρα δεν δικαιούτο σύνταξη χηρείας ή αποζημίωση, διότι ο γάμος της δεν θεωρείτο καθόλα νόμιμος.
Επρόκειτο λοιπόν για "ατελείς" γάμους, που μπορούσαν να νομιμοποιηθούν μόνο με τη μόνιμη εγκατάσταση των νεονύμφων στην Ελλάδα, μετά τη διαγραφή τους από τους καταλόγους υπηκόων της Βαυαρίας και την υποχρεωτική εγγραφή τους σε κάποιον ελληνικό δήμο.
Τι εξυπηρετούσαν τότε εκείνοι οι γάμοι της τελευταίας στιγμής, που δεν παρείχαν εξασφάλιση κανενός δικαιώματος; Όπως αναφέρθηκε, για μεν το βαυαρικό κράτος ήταν ένα τέχνασμα για προώθηση της μετανάστευσης, τη μείωση του φτωχού πληθυσμού και την εκτόνωση της κοινωνικής πίεσης, για δε το ελληνικό κράτος ένας τρόπος προσέλκυσης χρήσιμων μεταναστών. Για τους ίδιους τους μετανάστες μπορούμε να εικάσουμε, στον βαθμό που επιτρέπεται κάποια γενίκευση, λόγους κοινωνικούς, ψυχολογικούς και οικονομικούς: ίσως πίστευαν ότι η συντροφικότητα θα διευκόλυνε το νέο τους ξεκίνημα σε μια ξένη χώρα, ίσως βιάζονταν για την οικογενειακή ζωή απ' την οποία ήταν μέχρι τότε αποκλεισμένοι, ίσως να προσδοκούσαν ότι ως οικογένεια θα είχαν αμεσότερη υποστήριξη -καλλιεργήσιμη γη και χρηματική βοήθεια- στο πρόγραμμα εγκατάστασης γεωργών και τεχνιτών αποίκων στην Ελλάδα. Τέλος, υπήρχαν ζευγάρια που συζούσαν ήδη, είχαν αποκτήσει παιδιά και ήλπιζαν το συντομότερο να τα νομιμοποιήσουν.
Οι αναλογίες με τη μετανάστευση προς άλλες χώρες δεν λείπουν. Γερμανοί μετανάστες προς την Αυστραλία παντρεύονταν επίσης πριν την αναχώρηση ή και στο ταξίδι, κάποτε από τον καπετάνιο του πλοίου, (και) για να επωφεληθούν από τα προγράμματα βοήθειας της αυστραλιανής κυβέρνησης. Μετανάστες του 1853 προς το Αλγέρι, των οποίων την ταξιδιωτική δαπάνη κάλυπτε η κοινότητα, συχνά τελούσαν τον γάμο τους την παραμονή της αναχώρησης, διότι το κόστος ήταν μικρότερο για τις οικογένειες απ' ό,τι για μεμονωμένα άτομα -αυτό δεν είναι πάντως επιβεβαιωμένο για την Ελλάδα.
C. W. Hübner, Γερμανοί μετανάστες, 1846via Wikimedia Commons
Με γυναίκα και παιδί πάνω στη λάθος θάλασσα
Πολλές ατομικές περιπτώσεις που καταγράφονται στο Οθωνικό Αρχείο επιβεβαιώνουν τη γαμήλια μετανάστευση από τη Βαυαρία στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Margarethe Hunger, η οποία στην παρακάτω επιστολή παραπονείται διότι η ελληνική κυβέρνηση καθυστερεί την έγκριση του γάμου της με τον Joseph Stehr.
[...] Ήδη εδώ και 17 χρόνια διατηρώ στενή σχέση με τον Joseph Stehr, ο οποίος υπηρετεί στο Τάγμα Σκαπανέων της Μεγαλειότητάς σας και έχουμε αποκτήσει μια θυγατέρα ονόματι Theresia, η οποία είναι 17 ετών και βρίσκεται ακόμη στην πατρίδα. Καθώς αμφότεροι στερούμαστε περιουσίας, ήταν αδύνατον παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις μας να αποκτήσουμε δικαίωμα εγκατάστασης στην πατρίδα, αν και ο άνδρας μου ως έμπειρος και σύμφωνα με τη βεβαίωση τού προϊσταμένου του ικανότατος κτίστης θα ήταν σε θέση να συντηρήσει έντιμα μια οικογένεια, ώστε ν' αναθρέψουμε το παιδί μας στη χώρα του γάμου ή να το γεννήσουμε νόμιμα.
Με την άνοδο της Μεγαλειότητάς σας στον θρόνο της Ελλάδας έλαμψε για μας ένα άστρο ελπίδας για την πραγματοποίηση της επιθυμίας μας, καθώς σύμφωνα με τις εφημερίδες της πατρίδας μας υπήρχε ζήτηση για τεχνίτες κάθε είδους, που θα έκτιζαν τις κατεστραμμένες πόλεις και χωριά του νεοϊδρυμένου βασιλείου. Βάσει αυτού ο Joseph Stehr κατατάχθηκε στην υπηρεσία του στρατού της Μεγαλειότητάς σας, στον 3. λόχο Σκαπανέων, κι εγώ τον ακολούθησα εδώ, διαθέτοντας τις τελευταίες μου οικονομίες. Τώρα όμως μπαίνουν εμπόδια στον γάμο μας. Ο άνδρας μου έχει καταθέσει πολλές φορές το αίτημα δια της υπηρεσιακής οδού, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Έτσι βρίσκομαι σ' έναν θλιβερό λαβύρινθο απ' τον οποίο δεν μπορώ να βγω, διότι δεν εχω ούτε τα μέσα για να επιστρέψω στην πατρίδα.
[...] Με τη διαβεβαίωση, ότι ο άνδρας μου κι εγώ θέλουμε ευχαρίστως να εγκατασταθούμε στην Ελλάδα και να γίνουμε υπήκοοι της Μεγαλειότητάς σας, ας μου επιτραπεί να πιστεύω ότι η αιτούμενη χάρη δεν θα σπαταληθεί σε κάποιον ανάξιο, καθώς ο άνδρας μου με την είσοδο στο στρατό της Μεγαλειότητάς σας συμμετείχε σε όλες τις ταλαιπωρίες και τους κόπους, κατά τις ολέθριες μέρες της εκστρατείας στη Μάνη.
[...]
Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 1834
Margarethe Hunger
από το Cham της περιφέρειας του Κάτω Δούναβη
Αρκετές ακόμη οικογένειες με παιδιά, που μετανάστευσαν και πολιτογραφήθηκαν στην Ελλάδα επειδή οι γονείς δεν είχαν δικαίωμα γάμου στη Βαυαρία, εμφανίζονται στο Οθωνικό Αρχείο.
Ο Andreas Wildner και η Elisabethe Lenard ήλθαν στην Ελλάδα με τις κόρες τους Katharina και Kunigund, γεννημένες ως εξώγαμα τέκνα στη Γερμανία. Οι γονείς πολιτογραφήθηκαν και παντρεύτηκαν στην Ελλάδα, όπου και οι κόρες σύναψαν γάμους με τους Franz Seiller και Georg Pfriem.
Ο Ignaz Bregler και η Genowefa Sagmehl είχαν επίσης ένα παιδί όταν ήλθαν στην Ελλάδα, όπου νομιμοποίησαν τον γάμο τους.
Επιστροφή
Δυστυχώς για τις οικογένειες αυτές, σπάνια τα πράγματα εξελίσσονταν κατ' ευχήν. Τεχνίτες και γεωργοί δεν μπορούσαν να εργασθούν ελλείψει των αναγκαίων υποδομών (κτηρίων, εργαλείων, αροτριώντων ζώων, πρώτων υλών) και τελικά προτίμησαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, έστω και αν ο γάμος τους εκεί ήταν άκυρος.
Για το κράτος η επιστροφή τους στη Βαυαρία ήταν απευκταία για τον ίδιο λόγο που ήταν επιθυμητή η αναχώρησή τους. Αυτό φαίνεται στα πρωτόκολλα συνεντεύξεων έγγαμων στρατιωτών που συντάχθηκαν στα ελληνικά στρατιωτικά γραφεία το 1836, όταν πλησίαζε η λήξη της θητείας τους, προκειμένου αυτοί να πεισθούν να μείνουν στη χώρα -και να εμποδιστούν να επιστρέψουν στη δική τους. Στη συνέντευξη καλούνταν ν' απαντήσουν σε ερωτήσεις όπως:
-Ποιος σας έδωσε την άδεια γάμου;
-Λάβατε την άδεια γάμου από τη Βαυαρία, δηλαδή από την κοινότητα στην οποία ανήκετε;
-Με τι σκοπεύετε ν' ασχοληθείτε μετά τη λήξη της θητείας σας;
-Γιατί δεν μένετε εδώ, εφόσον δεν έχετε περιουσία και οπωσδήποτε θα δυσκολευτείτε να εργασθείτε ως τεχνίτης στο Μόναχο;
-Δεν θέλετε να εγκατασταθείτε και ν' ασκήσετε την τέχνη σας εδώ; Δεν θέλετε ν' αποκτήσετε γη;
Ένα σωζόμενο δείγμα 34 τέτοιων συνεντεύξεων από διάφορα στρατιωτικά τμήματα δείχνει ότι η άρνηση των στρατιωτών να εγκατασταθούν στην Ελλάδα δεν επηρεαζόταν από την εγκυρότητα του γάμου τους (δηλαδή αν είχε γίνει με άδεια βαυαρικής κοινότητας ή της Στρατολογικής Επιτροπής) ή την κατοχή περιουσίας. Ακόμη και όσοι θα είχαν πίσω στη χώρα τους έναν άκυρο γάμο και καμία περιουσία δηλώνουν ότι προτιμούν να ζήσουν στη Βαυαρία ασκώντας την τέχνη τους. Μόνον 7 από τους 34 δηλώνουν πρόθυμοι να παραμείνουν. Την απογοητευτική κατάσταση σχολιάζει ο υπουργός Στρατιωτικών προς τον Όθωνα (αρχές 1837) ως εξής:
Είναι αξιοπερίεργο ότι τόσο λίγοι έγγαμοι δείχνουν προθυμία να εγκατασταθούν [στην Ελλάδα]. Διατάχθηκε μια ειδική ακρόαση με όλα αυτά τα άτομα, τους επισημάνθηκαν οι δυσχέρειες που θ' αντιμετωπίσουν [στη Βαυαρία] επειδή δεν έχουν εκεί δικαιώματα, αλλά μάταια. Αν δινόταν μια βοήθεια για την εγκατάσταση, οι έγγαμοι κυρίως [...] θα έπρεπε να προτιμηθούν.
Η μετανάστευση στην Ελλάδα έλυνε λοιπόν το πρόβλημα των γαμήλιων μεταναστών μόνον υπό τη στενή έννοια, ότι δηλαδή εκεί ήταν ελεύθεροι να παντρευτούν. Υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή την εξασφάλιση μιας σταθερής οικονομικής βάσης για την επιβίωση της οικογένειας, ο σκοπός δεν επιτεύχθηκε. Οι φτωχοί μετανάστες παρέμειναν φτωχοί και αργά ή γρήγορα επέστρεψαν στο ίδιο, σκληρό γι' αυτούς περιβάλλον της πατρίδας τους. Εκεί όσοι βελτίωσαν την οικονομική τους κατάσταση ίσως μπόρεσαν να νομιμοποιήσουν τον γάμο τους, όσοι δεν το κατάφεραν χρειάστηκε να περιμένουν μέχρι το 1868, που οι περιορισμοί στην ελευθερία του γάμου καταργήθηκαν. Όσοι πάλι είχαν εν τω μεταξύ πολιτογραφηθεί στην Ελλάδα, ανακάλυπταν επιστρέφοντας ότι είχαν χάσει για πάντα τη γερμανική υπηκοότητα και στη χώρα τους χαρακτηρίζονταν πλέον απάτριδες. Αναζητώντας μια δεύτερη πατρίδα είχαν μείνει χωρίς καμία πατρίδα. Το αρχικό σχέδιο απέτυχε και οι μόνες φτωχές γερμανικές οικογένειες που ρίζωσαν στην Ελλάδα ήταν οι γεωργοί του Ηρακλείου Αττικής και ελάχιστοι ανθρακωρύχοι της Κύμης.
Ελπίζουμε μελλοντικά μια συστηματική μελέτη της γερμανικής μετανάστευσης στην οθωνική Ελλάδα να προσφέρει και στατιστική τεκμηρίωση στις παρατηρήσεις μας, που για την ώρα βασίζονται σε στοιχεία από το οθωνικό Αρχείο και τον γερμανικό Τύπο της εποχής, ωστόσο μοιάζουν να επιβεβαιώνονται από μελέτες σχετικές με τη μετανάστευση του 19. αιώνα προς άλλα μέρη του κόσμου, όπου Γερμανοί μετανάστες διεκδικούσαν τα δικαιώματα της εργασίας, του γάμου και της δημιουργίας οικογένειας.
♦♦♦
Πηγές
Αρχεία
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Γραμματείας Ανακτόρων
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Στρατιωτικών
Εφημερίδες
Die Bayer'sche Landbötin 1833, 1834
Der bayerische Volksfreund 1833
Βιβλιογραφία
Χριστόφορου Νέεζερ, Απομνημονεύματα των πρώτων ετών της ιδρύσεως του ελληνικού βασιλείου,1911
Thomas Nipperdey, Deutsche Geschichte 1800-1866, 1998 (19831)
Klaus-Jürgen Matz, Pauperismus und Bevölkerung, 1980

