L. Köllnberger, Mεταμεσημβρινή ανάπαυση ληστών (1835)
Η ληστεία παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Άνδρες που κατά την επανάσταση είχαν πολεμήσει ηρωικά για την ελευθερία, στο νέο κράτος εντάχθηκαν σε συμμορίες κακοποιών ή ένοπλων μισθοφόρων προκειμένου να επιβιώσουν, συχνά προσφέροντας τις υπηρεσίες τους και σε αντιμαχόμενους πολιτικούς.
Το καλοκαίρι του 1835 η κατάσταση έμοιαζε ανεξέλεγκτη, ειδικά στη βόρεια γραμμή των ελληνοτουρκικών συνόρων της Στερεάς. Οι ληστές αποτελούσαν εκεί μια μόνιμη απειλή για κάθε κάτοικο, καθώς δρούσαν ως επί το πλείστον χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογία και επετίθεντο σε οποιονδήποτε είχε κάτι να του πάρουν.
Πιθανά αίτια αυτής της έξαρσης ήταν κατά τους ιστορικούς:
1. Η μόνιμη δυσαρέσκεια των πρώην ατάκτων πολεμιστών για τη διάλυση του στρατού τους και τη βαυαροκρατία στον στρατό και στη διοίκηση.
2. Οι διώξεις των Ελλήνων καπετάνιων στις τουρκοκρατούμενες περιοχές.
3. Η δυσφορία των Ρουμελιωτών ληστών για την αποπομπή από την κυβέρνηση του προστάτη τους, υπουργού Εσωτερικών Ιωάννη Κωλέττη, τον Μάιο 1835 -γαλλόφιλος ο Κωλέττης, αγγλόφιλος ο καγκελάριος Armansperg.
L. Köllnberger, Ελαφρύ Πεζικό από Ρουμελιώτες (1835)
Στα πολυάριθμα θύματα της ληστείας συγκαταλέγονται και αρκετοί Βαυαροί στρατιώτες και μετανάστες: στρατιωτικοί σε υπηρεσιακή αποστολή, δασονόμοι ή μηχανικοί σε περιοδεία, απλοί οδοιπόροι ή ιδιώτες μέσα στα σπίτια τους. Από αυτά τα πολλά περιστατικά ξεχωρίζει η επίθεση εναντίον του λοχαγού Κράους, τον Ιούνιο 1835. Η ιδιαίτερη σημασία της έγκειται αφενός στην υψηλή θέση του Κράους στο στράτευμα, αφετέρου στην ασυνήθιστη αγριότητα με την οποία διαπράχθηκε. Ήταν όμως και το περιστατικό που κατέδειξε το μέγεθος του προβλήματος και παρακίνησε την κεντρική εξουσία να δράσει για πρώτη φορά οργανωμένα κατά των ληστών.
Χάρη στο σωζόμενο αρχειακό υλικό γνωρίζουμε αρκετές λεπτομέρειες της συγκλονιστικής υπόθεσης, την οποία παρουσιάζουμε ως εικόνα χαρακτηριστική της εποχής εκείνης, αλλά και για να μνημονεύσουμε τους πρωταγωνιστές.
♦♦♦
Ο Friedrich Kraus είχε καταταγεί εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και έφθασε στην Ελλάδα με την πρώτη αποστολή τού 1832-33. Καταγόταν από την πόλη πάνω στα τρία ποτάμια, το Passau του Κάτω Δούναβη στη Βαυαρία. Ήταν τότε 27 χρόνων και είχε ήδη προϋπηρεσία έξι ετών στον βαυαρικό στρατό. Δεν έχουμε πληροφορίες για τις σπουδές ή την εκπαίδευσή του στη Γερμανία, όμως το γεγονός ότι ζήτησε εξαρχής να τοποθετηθεί στους Σκαπανείς του Μηχανικού Σώματος, όπου σε λιγότερο από έναν χρόνο προήχθη από ανθυπολοχαγός σε λοχαγό και στη συνέχεια διορίστηκε νομομηχανικός Αιτωλοακαρνανίας, δηλαδή υπεύθυνος των έργων που σχεδιάζονταν ή είχαν αρχίσει να εκτελούνται σε δημόσια κτήρια, δρόμους και γέφυρες του νομού αυτού, δηλώνει ότι είχε αναγνωρισμένη επάρκεια σε τεχνικές γνώσεις. Στους πίνακες του Στρατιωτικού Λογιστηρίου (1833-35) η υπογραφή του νομομηχανικού Κράους βρίσκεται σε έγγραφα που αφορούν επισκευές ή κατασκευές νοσοκομείων, υδραγωγείων, στρατώνων, εργαστηρίων, σωφρωνιστηρίων και φάρων στο Μεσολόγγι, το Ρίο, την Πάτρα.

Έγγραφο του Στρατιωτικού Λογιστηρίου με την υπογραφή του λοχαγού Kraus
φωτο: ΓΑΚ/Ενυώ
φωτο: ΓΑΚ/Ενυώ
Στα καθήκοντα των νομοεπιθεωρητών ανήκαν και οι πολυήμερες περιοδείες προς επιθεώρηση των έργων στα διάφορα σημεία της περιφέρειάς τους. Την άνοιξη του 1835, ύστερα από μια περιοδεία τριών εβδομάδων που είχε λήξει στις 30 Μαΐου, ο Κράους ξεκίνησε στις 6 Ιουνίου για μια νέα: από το Μεσολόγγι μέσω Αγρινίου θα πορευόταν στο Καρπενήσι, προς εντοπισμό και επιθεώρηση των θέσεων όπου θα λειτουργούσαν οι συνοριακοί σταθμοί Χωροφυλακής. Τον Κράους συνόδευαν ο υπολοχαγός Σκαπανέων Δημήτριος Γεωργίου, μηχανικός από την Τρίπολη, και ο 27χρονος στρατιώτης Martin Maier από το Haidhausen-Au του Μονάχου.
Αφού ύστερα από δύο εβδομάδες ολοκλήρωσαν την αποστολή τους, οι τρεις άνδρες πήραν από το Καρπενήσι τον δρόμο της επιστροφής μαζί με δύο Έλληνες αγωγιάτες και τρεις τεχνίτες, καθώς και την προβλεπόμενη συνοδεία ασφαλείας από χωροφύλακες ή εθνοφύλακες, μέχρι που έφθασαν στο Αγρίνιο. Σύμφωνα με τη σωζόμενη μαρτυρία του υπολοχαγού Γεωργίου, μετά το Αγρίνιο ο Κράους θεώρησε την προστασία αυτή περιττή, επειδή είχε κάνει τη διαδρομή πολλές φορές έως τότε και αισθανόταν ασφαλής.

Χάρτης της διαδρομής από το Μεσολόγγι στο Καρπενήσι
Στις 19 Ιουνίου το πρωί οι οκτώ άνδρες ξεκίνησαν έφιπποι από το Αγρίνιο για να διανύσουν τα τελευταία 40 περίπου χιλιόμετρα μέχρι το Μεσολόγγι. Στις τέσσερις το απόγευμα έκαναν μια τελευταία στάση στον ελαιώνα του Αιτωλικού, στις πέντε πήραν πάλι τον δρόμο, στις έξι πλησίαζαν στη θέση Σκαλί· υπολειπόταν μιάμιση ώρα πορείας. Μπροστά πήγαινε ένας αγωγιάτης με φορτία, ακολουθούσε ο Μάιερ, ύστερα ο Κράους και σε μικρή απόσταση ο Γεωργίου, οι τρεις κτίστες και ένας ακόμη αγωγιάτης, που μετέφερε μεταξύ άλλων και το όπλο του λοχαγού, ένα δίκαννο τουφέκι.
Τα άλογα με τους αναβάτες προχωρούσαν ήδη πάνω στον στενό, λιθόστρωτο και περιτριγυρισμένο από βάλτους δρόμο του Σκαλίου, όταν οι τρεις προπορευόμενοι -ο αγωγιάτης, ο Μάιερ και ο Κράους- δέχθηκαν την επίθεση των ληστών, που ξεπρόβαλαν πίσω από βράχους και θάμνους και άρχισαν να πυροβολούν. Σύμφωνα με την περιγραφή του αυτόπτη Γεωργίου ήταν τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία και αριθμούσαν δεκάδες -στις μαρτυρίες ο αριθμός τους ποικίλλει από 50 έως 80. Ο Κράους ζήτησε το όπλο του, αλλά πριν προλάβει να το πάρει στα χέρια, δέχθηκε μια σφαίρα και έπεσε από το άλογο. Την ίδια τύχη είχαν και ο Μάιερ με τον αγωγιάτη. Ο Γεωργίου, ο δεύτερος αγωγιάτης και οι τρεις τεχνίτες εκμεταλλεύτηκαν την απόστασή τους από το σημείο της επίθεσης και προσπάθησαν να διαφύγουν τρέχοντας προς τη θάλασσα. Κατά τη φυγή ο αγωγιάτης πυροβολήθηκε και έμεινε επιτόπου, ο ένας κτίστης κατάφερε να σωθεί δρομαίος στο Αιτωλικό και ο Γεωργίου με τους άλλους δύο φθάνοντας στη θάλασσα μπήκαν σε ένα μονόξυλο και έφθασαν στο Μεσολόγγι. Εκεί ανέφεραν τα γεγονότα στις τοπικές αρχές.
Όσα ακολούθησαν μας τα περιγράφει στην αναφορά του ο αξιωματικός των Σκαπανέων Sicherer, αντικαταστάτης του Κράους κατά την απουσία του, ως εξής:
Το φρουραρχείο σήμανε αμέσως γενικό συναγερμό. Το Πεζικό και το απόσπασμα των Σκαπανέων πήραν τα όπλα και ο φρούραρχος επάνδρωσε τα τείχη και όρισε περιπολίες.
Στις 20 Ιουνίου, στις τέσσερις το πρωί, κατά διαταγή του φρουραρχείου μετέβησαν ένας υπολοχαγός του Πεζικού, ο υπολοχαγός Γεωργίου και ο ανθυπολοχαγός Veigele των Σκαπανέων μαζί με στρατιώτες προς αναζήτηση των σορών των φονευμένων.
Σε απόσταση μίας και 3/4 της ώρας από το Μεσολόγγι βρήκαν το πτώμα ενός Έλληνα αγωγιάτη, που φαινόταν ότι παρέδωσε το πνεύμα μετά από πολλούς πυροβολισμούς, νύσσοντα και τέμνοντα τραύματα, κοπή του λάρυγγα και των καρπών του χεριού.
Περίπου τριάντα βήματα πιο πέρα κειτόταν ο σκαπανέας Μάιερ. Έφερε πολλά τραύματα από σφαίρες και ξίφη και είχε επίσης κομμένον τον λάρυγγα και τα σπλάχνα έξω από το υπογάστριο.
Σε μικρή απόσταση βρισκόταν ο λοχαγός Κράους, στον οποίο αυτοί οι τύραννοι είχαν ξεσπάσει όλη τους τη φονική μανία: κειτόταν εκεί με περισσότερες από τριάντα πληγές, με τη μύτη κομμένη, τα μάτια ξεριζωμένα, την κάτω σιαγόνα σχισμένη, την πάνω κομμένη, το αριστερό αυτί μισοκομμένο, τα δόντια θρυμματισμένα· εν συντομία είχαν εφαρμόσει πάνω σ' αυτόν τον άνθρωπο μια τέχνη ακρωτηριασμού που μόνον οι Έλληνες έχουν διάθεση και καρδιά να εκτελούν. Κανένας Γερμανός που βρισκόταν εκεί δεν μπορούσε ν' αντικρύσει το θέαμα.
Από τα υπάρχοντα του δολοφονημένου αυτοί οι υπάνθρωποι δεν είχαν αφήσει τίποτε για να βρούμε· ακόμη και τα σχέδια και τα υπηρεσιακά έγγραφα είχαν καταστρέψει.
Τέλος φθάσαμε και στην τέταρτη σορό ενός Έλληνα αγωγιάτη, που είχε επίσης φονευθεί κατά την ίδια μέθοδο των Ελλήνων ληστών.
Τα πτώματα φορτώθηκαν στα άλογα και μεταφέρθηκαν στην πόλη. Ο λοχαγός Κράους και ο σκαπανέας Μάιερ μεταφέρθηκαν στο εργαστήριο και στις δέκα η ώρα κατά διαταγή του φρουραρχείου έγινε η εξέταση των σορών από μια επιτροπή. Το πόρισμα της εξέτασης επισυνάπτεται. [...]
Το απόγευμα στις έξι οι δύο σοροί ενταφιάσθηκαν με τις δέουσες στρατιωτικές τιμές. [...]
L. Köllnberger, Μεσολόγγι (1834)
Η αναγγελία των γεγονότων στην Αθήνα προξένησε αναταραχή στα αρμόδια υπουργεία Εσωτερικών και Στρατιωτικών, αλλά και στα Ανάκτορα, καθώς μάλιστα οι αναφορές των τοπικών αρχών του Μεσολογγίου -χωροφυλακής, φρουραρχείου και νομαρχίας- που έφθασαν στην πρωτεύουσα περιείχαν λεπτομέρειες που δημιουργούσαν ερωτηματικά ως προς την αντίδραση των ιδίων μόλις πληροφορήθηκαν το τραγικό περιστατικό. Ενώ δηλαδή ομολογούσαν πως η παρουσία των ληστών στο Σκαλί είχε γίνει γνωστή από τις 6 το απόγευμα, όταν πολίτες του Μεσολογγίου εισήλθον γυμνωμένοι παρά των ληστών και τους κατήγγειλαν, ούτε η χωροφυλακή ούτε οι εθνοφύλακες είχαν κινηθεί εναντίον τους μέχρι τις 7.30 που έφθασε ο Γεωργίου με τη νέα καταγγελία. Ο υπουργός Στρατιωτικών Lesuire κατηγόρησε τις μεσολογγίτικες αρχές για έλλειψη ενεργητικότητας και συντονισμού και κατ' εντολή της Αντιβασιλείας κάλεσε το φρουραρχείο σε απολογία για την παθητικότητα της συμπεριφοράς του. Στην απολογία του ο φρούραρχος επικαλείται την ανεπάρκεια της στρατιωτικής δύναμης της πόλης, την αταξία στο εσωτερικό της ίδιας και τον φόβο για μια ενδεχόμενη επίθεση των ληστών σ' αυτήν. Βεβαιώνει επίσης ότι απόσπασμα εθνοφυλάκων της Φρουράς βγήκε όντως προς καταδίωξη των ληστών στις 8 το βράδυ της ίδιας μέρας, πλην δεν τους ηύρον. Η χωροφυλακή πάλι αναφέρει ότι μετά τα γεγονότα δεκατρείς χωροφύλακες κατεδίωξαν τους ληστές και συνεπλάκησαν μαζί τους, αλλά δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν. Τέλος, ο νομάρχης υπερασπίζεται αμφοτέρους τους προηγουμένους και δηλώνει ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε. Γεγονός είναι ότι οι αναφορές αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους τόσες αποκλίσεις στην περιγραφή των συμβάντων μετά τη φονική επίθεση, ώστε είναι δύσκολο ν' αποφασίσουμε πού βρίσκεται η αλήθεια, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι στις υπηρεσιακές αναφορές τα πραγματικά περιστατικά συχνά παρουσιάζονταν όπως συνέφερε τον υπογράφοντα.
L. Köllnberger, Τάγμα παραμεθόριο και επίκουροι χωροφύλακες (1834-35).
Μεταξύ των στρατιωτών και ένας ληστής που μόλις έχει συλληφθεί.
Μεταξύ των στρατιωτών και ένας ληστής που μόλις έχει συλληφθεί.
Η ταυτότητα των κακοποιών ήταν πάντως γνωστή. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες επρόκειτο για τη συμμορία των αρχιληστών Χοσιάδα, Ρουπακιά και Καλαμάτα. Ο Χοσιάδας ήταν ήδη επικηρυγμένος για 2000 δραχμές και διαβόητος για την αγριότητα και τη βία των επιχειρήσεών του, που μόνο στο δίμηνο Απριλίου-Μαΐου 1835 περιλάμβαναν εκτός των αναρίθμητων ληστρικών επιθέσεων και δώδεκα φόνους ανδρών και γυναικών, απαγωγές και βιασμούς.
Η είδηση της δολοφονίας του Κράους και των συνοδών του δημοσιεύτηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες. Ο Σωτήρ / Le Sauveur χαρακτηρίζει τους ληστές που εφόνευσαν τον Μηχανικόν Κράους, Παυαρόν, ανθρώπους δυσαρεστημένους και απηλπισμένους, εύχεται δε την καταστροφήν των κακούργων. Η Αθηνά δημοσιεύει λεπτομερή ανταπόκριση για τη δράση των ληστών που εθανάτωσαν τον χρυσούν νέον Κράους.
L. Köllnberger, Μάχη με ληστές στην Αγία Μαρίνα κοντά στη Λαμία (1836)
Έναν μήνα μετά τα γεγονότα στο Σκαλί η κυβέρνηση κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο στους παραμεθόριους νομούς της Στερεάς (Αιτωλοακαρνανία και Φωκίδα-Λοκρίδα) και ανέθεσε στον Σκώτο φιλέλληνα Thomas Gordon τη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων για τη συντονισμένη καταδίωξη των ληστών, που επιχειρείτο για πρώτη φορά. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας τού Gordon δεν ήταν τα αναμενόμενα. Οι ληστές κατέφυγαν είτε στο τουρκικό είτε σε διάφορα κρησφύγετα σε ελληνικό έδαφος. Θα χρειαζόταν να περάσουν άλλα είκοσι χρόνια και να υπάρξει συνεργασία με τις τουρκικές αρχές για να εξαρθρωθεί το ληστρικό κύκλωμα της Στερεάς.
Eδώ τελειώνει η ιστορία του λοχαγού Κράους, που εγκαταλειμμένος από την Τύχη βρήκε πρόωρο θάνατο μακριά από τα τρία ποτάμια, πλάι σε μια λιμνοθάλασσα.-

Adalbert Marc, Μεσολόγγι (1834)
Πηγές
Αρχεία
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Γραμματείας των Ανακτόρων
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Στρατιωτικών
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Στρατιωτικού Λογιστηρίου
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Στρατιωτικών
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών
ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Στρατιωτικού Λογιστηρίου
Εφημερίδες
Σωτήρ/Le Sauveur, 16/28. 6. 1835, σ.116
Αθηνά, φ. 249, 15. 6. 1835, σ.1066
Αθηνά, φ. 249, 15. 6. 1835, σ.1066
Βιβλιογραφία
Ανωνύμου, Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, 1970 (18701)
Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19. αι.), 1996
Eric Hobsbawm, Ληστές, 20104 (Bandits, 20001)
Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19. αι.), 1996
Eric Hobsbawm, Ληστές, 20104 (Bandits, 20001)
