Ακολουθώντας το 6. Τάγμα Πεζικού

Ed.Th. Compton, Großglockner (1918)
(Wikipedia Commons 31.10.2017)
Ήταν ακόμη η εποχή που οι συνηθισμένοι άνθρωποι, και μάλιστα οι στρατιώτες, περπατούσαν για να φθάσουν κάπου. Tο πρώτο τραίνο δεν είχε ακόμη διασχίσει το Brenner και το ταξίδι από τη Γερμανία στην Ελλάδα δεν ήταν απλή υπόθεση για όσους στα 1830 αποφάσιζαν ή αναγκάζονταν να το κάνουν.
Η ακριβής πορεία και οι συνθήκες υπό τις οποίες ταξίδευαν προς την Ελλάδα οι Βαυαροί στρατιώτες μάς είναι γνωστή από Απομνημονεύματα και αρχειακά τεκμήρια. Εδώ θα την παρακολουθήσουμε με βάση το παράδειγμα του 6. Τάγματος Πεζικού, ενός από τα πολλά στρατιωτικά τμήματα εθελοντών που σχηματίστηκαν το 1833, όταν στη Βαυαρία επικρατούσε ο ελληνικός πυρετός.
Το εν λόγω σώμα, που μετά την άφιξή του στην Ελλάδα αποτέλεσε το 6. Τάγμα Πεζικού Γραμμής, σχηματίστηκε τον Αύγουστο του 1833 στο Μόναχο από εθελοντές, που -μετά από πρόσκληση των βαυαρικών αρχών- παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή Στρατολογίας και κατατάχθηκαν στον “Ελληνικό Βασιλικό Στρατό”. Ήταν περίπου 750 άνδρες από όλες τις διοικητικές περιφέρειες της Βαυαρίας, από άλλα γερμανικά κράτη (Πρωσία, Βυρτεμβέργη, Αννόβερο, Λυβέκη, Σαξωνία, Έσση, Βάδη), καθώς και από την Αυστροουγγαρία και την Ελβετία.
Δύο από τους άνδρες αυτούς μάς είναι περισσότερο γνωστοί: ο τότε 22χρονος Ludwig Köllnberger από το Salzburg και ο 24χρονος Heinrich Sander από το Nierstein της `Εσσης. Στον πρώτο χρωστούμε μοναδικές ζωγραφικές απεικονίσεις της ζωής των συστρατιωτών του, στον δεύτερο τις Αναμνήσεις του από την 4χρονη παραμονή του στην Ελλάδα. Στο ελληνικό Οθωνικό Αρχείο σώζονται οι ατομικοί τους φάκελοι:
φωτ. ΓΑΚ/ΕνυώΗ σύνθεση -και- αυτού του εθελοντικού σώματος παρουσίαζε μεγάλη ανομοιογένεια, σε κάθε επίπεδο -μόρφωσης, ηλικίας και στρατιωτικής εμπειρίας. Ως προς τη μόρφωση, συνυπήρχαν “οι πλέον καλλιεργημένοι με τους πλέον άξεστους -μια τρομακτική σύνθεση”, κατά τον Sander.
Παρόμοιες αποκλίσεις παρουσιάζουν και οι ηλικίες των ανδρών· άπειροι έφηβοι έτοιμοι για περιπέτεια μαζί με κουρασμένους παλαίμαχους. Νεώτεροι στους καταλόγους εμφανίζονται ο 15χρονος Ιταλός Ludwig Casali και οι 17χρονοι Hermann Blogg (Hannover), Ludwig Karl Helting (München), Wilhelm Mauerer (Innsbruck), Johann Mücke (Innsbruck). Μεγαλύτερος ήταν ο Joseph Kapferer από το Landshut (51 ετών).
Όσον αφορά στη στρατιωτική εμπειρία, περισσότεροι κι απ’ τους μισούς δεν είχαν άλλη προϋπηρεσία εκτός της υποχρεωτικής θητείας. Η προετοιμασία τους για τα καθήκοντα που αναλάμβαναν ολοκληρώθηκε σε διάστημα 2-3 μηνών, με 4ωρη καθημερινή άσκηση στο στρατόπεδο του Μονάχου.
Κοντά στους άνδρες αυτούς βρίσκονταν και γυναικόπαιδα. Η αναλογία ήταν βέβαια μικρή, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των ανδρών ήταν άγαμοι, αλλά κάποιοι από τους παντρεμένους είχαν μαζί τις οικογένειές τους. Έτσι, στους καταλόγους του 6. Τάγματος εμφανίζονται οι εξής 51 γυναίκες και 31 παιδιά (με πλάγια γράμματα εμφανίζονται τα πιθανά ανδρικά επώνυμα όσων γυναικών αναγράφονται στους καταλόγους μόνο με το μικρό τους όνομα):
Christine Abendroth (3 παιδιά)
Maria Berndorfer
Catharina Baumann (3 παιδιά)
Therese Forstner
Maria Kleinheinz
Walburga Dunkel (2 παιδιά: Georg, Joseph)
Kreszentia Dusch
Walburga Eichert
Katharina Fickler
? Dürrnberger (1 κορίτσι)
Maria Griesmeyer
Rosalie Stengelmeyer (1 αγόρι)
Maria Harlander
Christine Heiligenthal
Nannette Hiltl
Elisabeth Stadler
Elise Höcherl
Maria Hofmüller (2 παιδιά)
Creszentia Bertenbreiter (1 αγόρι)
Katharina Huber (3 κορίτσια: Liese, Therese, Maria)
Josepha Feuerhack
Barbara Reusinger
Anna Schutz (1 αγόρι)
Josepha Karl (2 παιδιά)
Magdalena Obar
Amalia Klammer (2 παιδιά)
Magdalena Klinsler
Maria Hebel/Köbel
Maria Geisler
Margaretha Kretz/Krätz
Josepha Kurz
Magdalena Schmidt (2 κορίτσια)
Anna Maier
Katharina Schweiger
Apollonia Misselbeck/Mistelbeck
Anna Neidig (1 παιδί)
Helena Poehl (2 παιδιά: Joseph, Nannette)
Anna Schaller
Katharina Reus
Anna Riefler/Riffler
Anna Reder/Roeder
Helena Romauer
Margaretha Schreiner
Anna Schubert
Josepha Schwarz (2 παιδιά)
Maria Seyberth
Luzia Sporer (1 παιδί)
Maria Weiss (2 παιδιά: Heinrich, Joseph)
Barbara Wendl
Creszentia Wichtelshuber/Wichtelhuber
Anna Windsheimer
Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των ανδρών, στρατιώτες και γυναικόπαιδα ξεκίνησαν πανηγυρικά για την Ελλάδα, στις 15 Νοεμβρίου 1833. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο ταγματάρχης Bernhard von Hess. Οι 750 άνδρες ήταν κατανεμημένοι σε 2 λόχους Οπλιτών, 2 λόχους Σκαπανέων και 1 μοίρα Πυροβολικού.
Όπως σε κάθε τέτοια αναχώρηση, το Μόναχο ήταν και την ημέρα αυτή ανάστατο· όλοι στους δρόμους, μουσική από στρατιωτικές μπάντες και πολλά λαϊκά τραγούδια με στίχους ειδικά προσαρμοσμένους στην περίσταση:
Weit entfernt von unserm Vaterlande, / weit entfernt, ins Griechenland hinein, / weit entfernt von unserm Bayerlande, / Glück und Segen wird auch bei uns sein.
[Μακριά από την πατρίδα μας, / μακριά, στην Ελλάδα, / μακριά από τη Βαυαρία μας, / θα 'χουμε μαζί μας τύχη και ευλογία.]
Σε αναζήτηση της καλής τύχης, οι ταξιδιώτες έπρεπε να διανύσουν περίπου 640 χλμ μέχρι το λιμάνι της Τεργέστης, απ’ όπου θα μεταφέρονταν με πλοία στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ελληνο-βαυαρική Συνθήκη περί Στρατολογίας Βαυαρών εθελοντών (1. Νοε. - 9. Δεκ.1832), “η οδοιπορία των Βασιλ. Ελλην. Στρατευμάτων θα διαγραφόταν από τις βαυαρικές αρχές, επί τη βάσει των συντομωτέρων μεγάλων δρόμων”, δηλαδή μέσω των Άλπεων και της Αυστρίας.
Οι “συντομότεροι μεγάλοι δρόμοι” ήταν δύο. Ο πρώτος έχει κατεύθυνση νότια-ανατολική, μέσω Τυρόλου, και τον είχε ακολουθήσει η αρχική αποστολή του Νοεμβρίου 1832 (γραμμή Ιnnsbruck, Brenner, Bruneck). `Ομως ήδη από τον Ιανουάριο του 1833 προτιμήθηκε μια δεύτερη διαδρομή, με ανατολική-νότια κατεύθυνση, μέσω Στυρίας (γραμμή Ried, Graz, Cilli/Celje) -αυτήν ακολούθησε και το 6. Τάγμα. Στον ακόλουθο χάρτη διακρίνονται με διαφορετικό χρώμα οι δύο γραμμές πορείας, από το Μόναχο έως την Τεργέστη:
Google Scribble Maps
Οι δύο διαδρομές, παρ’ ό,τι φαινομενικά άνισες, δεν έχουν σημαντική διαφορά σε μήκος (630-640 χλμ), διαφέρουν όμως υψομετρικά, καθώς η πρώτη περιλαμβάνει πολλούς σταθμούς και περάσματα πάνω από 900 και έως 1370 μ. (Brenner), ενώ στη δεύτερη κανένας σταθμός δεν ξεπερνά τα 700 μ. Εύλογα ο Χριστόφορος Νέεζερ παραπονείται που ο Metternich απαγόρευσε στην πρώτη αποστολή τού 1832 να πορευθεί "κατ' ευθείαν διά της Στυρίας, και δια τούτο εβραδύναμεν πολύ".
Οι όροι διέλευσης των βαυαρικών στρατευμάτων μέσα από το αυστριακό έδαφος ορίζονταν σε ειδική Σύμβαση (Σεπτ. 1832). Εκεί προβλεπόταν ότι τα σημεία διανυκτέρευσης θα ορίζονται από την Αυστρία, η ημερήσια πεζοπορία δεν έπρεπε να βρίσκεται “πολύ πάνω ή πολύ κάτω από τα 22 χλμ” και ανά τρεις ημέρες πορείας θα υπήρχε μία μέρα ανάπαυσης.
Πράγματι το 6. Τάγμα κατέλυσε σε 34 σταθμούς, οι οποίοι ανά δύο απέχουν μεταξύ τους 15-30 χλμ. Αναλυτικότερα: Anzing, Haag in Oberbayern, Ampfing, Altötting, Marktl, Simbach am Inn, Altheim, Ried im Innkreis, Haag am Hausruck, Lambach, Vorchdorf, Kirchdorf an der Krems, Windischgarsten, Liezen, Rottenmann, Mautern in Steiermark, Leoben, Bruck an der Mur, Frohnleiten, Graz, Wildon, Straß in der Steiermark, Marburg/Maribor, Windisch-Feistritz/Slovenska Bistrica, Gonobitz/Slovenska Konjice, Cilli/Celje, Franz/Vransko, Kraxen/Kranj, Laibach/Ljubljana, Oberlaibach/Vrhnika, Planina, Senosetsch/Senožeče, Sessana/Sežana, Triest.
Πρακτικά αυτό θα σήμαινε 3-6 ώρες πεζοπορίας καθημερινά, με ανάπαυση το απόγευμα και μια ολόκληρη ημέρα ελεύθερη ανά τρεις ημέρες. Γυναίκες και παιδιά χρησιμοποιούσαν τις 45 δίιππες άμαξες που συνόδευαν το Τάγμα και μετέφεραν επίσης τους ασθενείς, ιατροφαρμακευτικό υλικό και μέρος της σκευής.

Ed.Th.Compton, The Marmolata in the Dolomites (1918).
(Wikimedia Commons 31.10.2017)
Στη Σύμβαση με την Αυστρία καθοριζόταν λεπτομερώς και η σίτιση του αποσπάσματος: στους σταθμούς έπρεπε να προσφέρεται γεύμα και δείπνο με σούπα, κρέας με ρύζι ή πατάτες ή ξινό λάχανο, λαχανικά, λευκό ψωμί και κρασί ή μπύρα. Δεν προβλεπόταν πρωινό.
Παρά την επαρκή ανάπαυση και τροφή, ο χειμώνας δυσχέραινε το ταξίδι και οι ασθένειες δεν έλειπαν. Όσοι αρρώσταιναν κατά τη διαδρομή περιθάλπονταν από τον γιατρό του Τάγματος Friedrich Zehler και τον υπίατρο Nikolaus Brachmann ή νοσηλεύονταν σε αυστριακά νοσοκομεία (στο Kirchdorf, Graz, Cilli, Marburg, Triest). O ίδιος ο Zehler χρειάστηκε να νοσηλευθεί 23 ημέρες στο Kirchdorf.
Η προμήθεια των αναγκαίων φαρμάκων ή των πρώτων υλών για την παρασκευή τους, γινόταν από τα φαρμακεία των σταθμών διανυκτέρευσης. Στις αποδείξεις πληρωμής διαβάζουμε μεταξύ άλλων: ρίζες και σιρόπι αλθαίας, ρίζες βαλεριάνας, αλόη, μέντα, βόραξ, βδέλες, κιμωλία, υγρή αμμωνία, ρητινέλαιο, θειούχος αλοιφή, υδράργυρος, καμφορά, νίτρο, κινίνο, οξύμελι σκίλλας, γλυκόρριζα, κανέλα, ξύδι, αλάτι, μέλι, ζάχαρη, ελαιόλαδο, κρασί (“για τους αναρρωνύοντες”, κατά προτίμηση κυπριακό). Ένα δεύτερο ιγδίο (γουδί) αγοράστηκε επίσης καθ’ οδόν, με την αιτιολόγηση “το πρώτο καταστράφηκε από τη χρήση”.
Aπόδειξη για φάρμακα. Cilli, 19.12.1833
(φωτ.ΓΑΚ/Ενυώ)
Περίπου 42-45 ημέρες μετά την αναχώρηση από το Μόναχο, παραμονές Πρωτοχρονιάς, οι οδοιπόροι έφθασαν κατά τμήματα στην Τεργέστη. Πολλοί έβλεπαν τη θάλασσα για πρώτη φορά. Ύστερα από λίγες μέρες ανάπαυσης σε κλίμα φιλικής υποδοχής από τους ντόπιους, και μετά τον εορτασμό του νέου έτους, στις 3 και 6 Ιανουαρίου 1834 το Τάγμα επιβιβάστηκε κατά λόχους σε 7 ιταλικά και ελληνικά πλοία.
Τώρα ακολουθούσε η πρωτόγνωρη για τους πολλούς εμπειρία του ταξιδιού σε ανοιχτή θάλασσα. Ούτε και αυτή πρέπει να ήταν πολύ ευχάριστη. Ο πλους κατά μήκος της Αδριατικής και του Ιονίου, μήκους 650 ναυτικών μιλίων, έγινε με αρκετές καθυστερήσεις λόγω των ανέμων και διήρκεσε περίπου δύο μήνες:

Ο πληκτικά πολύς ελεύθερος χρόνος του ταξιδιού μαθαίνουμε από τον Sander ότι περνούσε είτε με περιήγηση των τόπων ελλιμενισμού, είτε στον στενό χώρο του πλοίου με συζητήσεις, παιγνίδια, αλλά και μαγειρική, για όσους μπορούσαν ν’ αγοράσουν τα εκλεκτά προϊόντα των κροατικών, μαυροβουνίων και αλβανικών κήπων. Ο Köllnberger μάς χαρίζει μια ενδιαφέρουσα σκηνή από το εσωτερικό του πλοίου Mathilde:
L. Köllnberger, Καμπίνα στο πλοίο Mathilde, Ιανουάριος 1834.
[R. Heydenreuter, Jan Murken, Rainer Wünsche (Hrsg.), Die erträumte Nation.
-Griechenlands Wiedergeburt im 19. Jahrhundert, München 1993, εικ.1.25]
Τα αναγκαία για το θαλάσσιο ταξίδι τρόφιμα είχαν αγοραστεί στην Τεργέστη: παστό κρέας χοιρινό και βόειο, φακή, ρύζι, ξινό λάχανο, πατάτες, ψωμί, παξιμάδια, αλατοπίπερο, λάδι, ξύδι, αλεύρι, κρασί και κονιάκ.
Απόδειξη για προμήθειες του πλοίου Λεωνίδας (Τεργέστη, 5.12.1833)
(φωτ. ΓΑΚ/Ενυώ)
Δυσάρεστα συνέβαιναν και εν πλω. Εκτός από την αναμενόμενη ναυτία, παρουσιάζονταν και άλλες σοβαρότερες ασθένειες, που κάποτε κατέληγαν σε θάνατο, όπως του αξιωματικού Eduard Schauer.
Τέλος Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου 1834, οι ταξιδιώτες αποβιβάστηκαν στη “νέα τους πατρίδα”, στα λιμάνια της Πάτρας και του Μεσολογγίου.
Αντίθετα με την πανηγυρική αναχώρηση από το Μόναχο, στην Ελλάδα η άφιξη των βαυαρικών στρατευμάτων δεν αποτελούσε είδηση. Ακόμη και η εμφάνιση των πρώτων Βαυαρών του 1833, με εξαίρεση βέβαια τον Όθωνα και τους Αντιβασιλείς, ανακοινώθηκε στον ελληνικό Τύπο πολύ συνοπτικά, χωρίς περιγραφές ή σχόλια. Ούτε για τις κατοπινές αποστολές γίνεται λόγος στις εφημερίδες· ειδήσεις όπως η “πολύτιμος αποστολή” 70 Γερμανών εργατών είναι σπανιότατες.
Μετά την αποβίβαση, κάθε λόχος προχώρησε σε κάποια διατεταγμένη υπηρεσία. Η διαδρομή δεν είχε για όλους την ίδια κατάληξη. Οι Konstantin Wittwer και Christian Griesmaier φονεύθηκαν ύστερα από δύο μήνες στη Λαμία, σε μάχη με τους κλέφτες. Κάποιοι λιποτάκτησαν, όπως οι Ferdinand Reinhardt και Friedrich Ostermaier. Άλλοι δημιούργησαν οικογένειες με Ελληνίδες, όπως ο Johann Maier που παντρεύτηκε την Αικατερίνη Στάμου από την Άνδρο. Η Walburga Dunkel έχασε τον επόμενο χρόνο τον άνδρα της Joseph και το ένα της παιδί.
Από επιστολή-αίτηση της W. Dunkel προς τον Όθωνα (Αθήνα, 1837)
(φωτ.ΓΑΚ/Ενυώ)
Στα ίδια πλοία που μετέφεραν στην Ελλάδα τους εθελοντές του 6. Τάγματος, επιβιβάστηκαν επιστρατευμένοι του 1832 που είχαν αφυπηρετήσει, για το πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής. Εν τω μεταξύ η στρατολογία συνεχιζόταν στη Βαυαρία και νέοι στρατιώτες, αλλά και πολίτες, ξεκινούσαν με καλές ελπίδες τον μακρύ περίπατο προς τον γνωστό-άγνωστο προορισμό τους.
C. Rottmann, Η Σικυών με την Κόρινθο (περ.1836).
(Wikimedia Commons 8.11.2017)
1. Αρχειακό υλικό
ΓΑΚ (Αθήνα), Οθωνικό Αρχείο:
α. Αρχείο Υπ. Στρατιωτικών (τμήμα Στρατιωτικού Λογιστηρίου)
β. Αρχείο Ανακτόρων (τμήμα Γραμματείας Ανακτόρων, τμήμα Προσωπικών Υποθέσεων)
ΑΘΗΝΑ΄ 1832-1833
ΕΘΝΙΚΗ/LE NATIONAL 1834
ΣΩΤΗΡ/LE SAUVEUR 1834
ΧΡΟΝΟΣ 1833
3. Βιβλιογραφία
Χριστόφορου Νέεζερ, Απομνημονεύματα των πρώτων ετών της ιδρύσεως του ελληνικού βασιλείου (μετάφρ. εκ του γερμανικού), Κωνσταντινούπολις 1911.
anemi.lib.uoc [31.10.2017]
Heinrich Sander, Erinnerungen eines ehemaligen griechischen Offiziers aus den Jahren 1833-1837, Darmstadt 1838.
Google Books [31.10.2017]
Built with HTML5 and CSS3 Copyright © 2017
Website Design and Development: isotopon