Ιστολόγιο

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020 17:34

Πλύντριες, καμαριέρες, κυρίες της αυλής

Γερμανίδες στην υπηρεσία των οθωνικών ανακτόρων
toulouse lautrec Wäscherin

Η. d. Toulouse-Lautrec, H πλύντρια, 1886


Από την τελευταία υπηρέτρια μέχρι τη Μεγάλη Κυρία των Τιμών, οι γυναίκες είχαν στα οθωνικά ανάκτορα μια πολύπλευρη παρουσία. Ως μέλη του άμεσου περιβάλλοντος της βασίλισσας ή ως απλές εργάτριες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας και στη λειτουργία του πρώτου νεοελληνικού βασιλικού Οίκου, αναλαμβάνοντας τους ποικίλους ρόλους που υπαγόρευε η αυλική κουλτούρα της μοναρχίας του 19ου αιώνα, στο κοινωνικό προσκήνιο και στο πολιτικό παρασκήνιο.

Με εξαίρεση τις υψηλόβαθμες Κυρίες των Τιμών, ελάχιστα ή τίποτε δεν γνωρίζουμε για τις γυναίκες αυτές. Με τη βοήθεια του Οθωνικού Αρχείου και άλλων πηγών, το άρθρο επιχειρεί μια πληρέστερη παρουσίαση του γυναικείου προσωπικού των οθωνικών ανακτόρων, ως προς

Α. τη σύνθεση και τα καθήκοντα
Β. τις αμοιβές
Γ. τα πρόσωπα που το αποτελούσαν (ονόματα και βιογραφικά στοιχεία).

Σύμφωνα με το θέμα της ιστοσελίδας, αναφερόμαστε κυρίως στις γερμανικής καταγωγής γυναίκες.   

 

Α. ΣΥΝΘΕΣΗ, ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

Ελληνογερμανική σύνθεση, βαυαρικά πρότυπα

Ήδη στις πρώτες κατοικίες του Όθωνα, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, εργάζονταν ως υπηρέτριες κάποιες σύζυγοι Γερμανών στρατιωτών. Όμως η ριζική αλλαγή στη σύνθεση του γυναικείου προσωπικού των ανακτόρων σηματοδοτείται από την άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα (Φεβρ. 1837) και τη σύσταση του Οίκου της βασίλισσας.

Όπως προκύπτει απ' τους σωζόμενους καταλόγους των ετών 1837-41, στα παλαιά ανάκτορα της Αθήνας υπηρετούσαν περί τα 100 (97) άτομα· 22% Έλληνες, 78% Γερμανοί. Η μετακόμιση στα νέα ανάκτορα το κρίσιμο έτος 1843 σίγουρα αύξησε τον αριθμό των υπαλλήλων και μείωσε το ποσοστό των Γερμανών, δεν έχει βρεθεί όμως μέχρι στιγμής μια πλήρης καταγραφή των εργαζομένων στο μεγάλο κτήριο της πλατείας Συντάγματος. Από τους 97 διορισμένους υπαλλήλους των ετών 1837-41 μόνον 17 ήταν γυναίκες, απ' τις οποίες οι 16 Γερμανίδες.

Η οργάνωση των ανακτόρων ακολουθούσε σε γενικές γραμμές τη βαυαρική παράδοση· έτσι, το γυναικείο προσωπικό στην Αθήνα, όπως και στο Μόναχο, περιλάμβανε

  • τη Μεγάλη Κυρία των τιμών
  • την κλειδοκράτορα (μόνον κατά το διάστημα 1839-42)
  • τις κυρίες των τιμών (ή κυρίες της αυλής)
  • τις Επίτιμες κυρίες (ή κυρίες των ανακτόρων)
  • τις ιματιοθεραπαινίδες (καμαριέρες)
  • την επιστάτρια της λινοθήκης
  • τις εργάτριες (υπηρέτριες, ράπτριες, πλύντριες, κλπ)

Οι εργάτριες και η επιστάτρια της λινοθήκης ανήκαν στη γενική υπηρεσία των ανακτόρων, ενώ οι υπόλοιπες ανήκαν αποκλειστικά στον Οίκο της Αμαλίας. 

 παλαιά ανάκτορα

Η πρώτη κατοικία της Αμαλίας στην Αθήνα, η οικία Δεκόζη Βούρου.

 

Η Μεγάλη Κυρία των τιμών -και η κλειδοκράτωρ

Προϊσταμένη του Οίκου της βασίλισσας και δεύτερη στην ιεραρχία μετά τον αυλάρχη ήταν η Μεγάλη Κυρία των τιμών. Κατά κανόνα μέσης ηλικίας, άγαμη ή χήρα αριστοκρατικής καταγωγής, εκτελούσε χρέη συμβούλου και ιδιαιτέρας γραμματέως της Αμαλίας, φρόντιζε για την τήρηση του πρωτοκόλλου και επέβλεπε όλο το γυναικείο προσωπικό. Παρευρισκόταν στις πολύωρες παρουσιάσεις ξένων επισκεπτών και υπαλλήλων, παρακολουθούσε τις ακροάσεις πολιτών, έγραφε τις απαντήσεις των αιτήσεων προς την Άνασσα, έκανε επισκέψεις εθιμοτυπίας εκτός του ανακτόρου, συνόδευε τη βασίλισσα στους περιπάτους και στις σύντομες ή πολυήμερες εκδρομές, ήταν πάντα δίπλα της στους εκκλησιασμούς, τους εορτασμούς, τα επίσημα γεύματα, τις χοροεσπερίδες και τις θεατρικές παραστάσεις. Μια θέση που απαιτούσε μόρφωση, ευφυία και σωματική αντοχή. 

Τρεις γυναίκες υπηρέτησαν ως Μεγάλες Κυρίες στα οθωνικά ανάκτορα: η Marie Anne de Wylly, η Julia von Nordenflycht και η Wilhelmine von Plüskow.

H Marie Anne de Wylly ήταν χήρα Άγγλου αξιωματικού των Ινδιών και ήλθε στην Ελλάδα μαζί με την Αμαλία. Κατά τον υπασπιστή Ow ήταν περίπου 40 ετών, επιβλητική, όμορφη, ψηλή και γεροδεμένη, με σταράτο δέρμα και φλογερά μάτια. Η βασίλισσα την απέλυσε ύστερα από οκτώ μήνες για ανάρμοστη συμπεριφορά. 

Τη θέση της ανέλαβε προσωρινά η παιδαγωγός της Αμαλίας Julia von Nordenflycht, η οποία στα 51 της χρόνια ακολούθησε τη μαθήτριά της στην Ελλάδα ως κυρία των τιμών. Μετά τη διετή θητεία της ως Μεγάλης Κυρίας, που έληξε με την άφιξη της Plüskow, η Nordenflycht δεν επέστρεψε στην αρχική της θέση, πράγμα που θα έμοιαζε με υποβιβασμό, αλλά πήρε τον τίτλο τής κλειδοκράτορος, ο οποίος την έθετε ιεραρχικά και μισθολογικά πάνω από τις κυρίες των τιμών. Η διάκριση αυτή προφανώς οφειλόταν στην -καταχρηστική- εύνοια της Αμαλίας προς την αγαπημένη της δασκάλα, γι' αυτό και ο τίτλος δεν ξαναδόθηκε σε καμία άλλη γυναίκα μετά την Nordenflycht, η οποία τον διατήρησε μέχρι τον θάνατό της (1842).

Η Πρωσίδα βαρόνη Wilhelmine von Plüskow ανέλαβε το 1839 και έμεινε στη θέση αυτή μέχρι το τέλος. Ο ισχυρός της χαρακτήρας αποδείχθηκε πολύτιμο στήριγμα για την Αμαλία και η ανεπίσημη συνάντησή της με τον Μέττερνιχ σε μυστική αποστολή που της ανατέθηκε το 1844 δείχνει πόσο εκτιμούσαν στο παλάτι τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική της αντίληψη. 

 

Κυρίες των τιμών

Οι νέες, όμορφες και αριστοκρατικής καταγωγής κυρίες των τιμών περιέβαλλαν τη βασίλισσα σαν ένα ζωντανό, αστραφτερό πλαίσιο που μεγέθυνε την εικόνα της και της πρόσθετε την αναγκαία λάμψη και μεγαλοπρέπεια. Εκτός από ομορφιά και καλαισθησία έπρεπε να διαθέτουν μια βασική μόρφωση, ευχάριστη προσωπικότητα, ικανότητα στην επικοινωνία και τη συζήτηση, δεξιότητα στην προσποίηση, αυτοκυριαρχία, εχεμύθεια, άψογη συμπεριφορά και άριστη γνώση της εθιμοτυπίας· επίσης να μιλούν τη γλώσσα της αυλής, τα Γαλλικά, και να χορεύουν. Ήταν υποχρεωμένες να κρατούν συντροφιά στην Αμαλία, να τη συνοδεύουν σε κάθε της εμφάνιση και δραστηριότητα ή να την αντιπροσωπεύουν σε κοινωνικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις.  

Η Αμαλία είχε αρχικά δύο και από το 1845 τρεις κυρίες των τιμών, εκ των οποίων η μία ήταν πάντα Γερμανίδα ή Ελληνογερμανίδα. Αισθάνομαι την επιθυμία να έχω στο περιβάλλον μου και μια νεαρή συμπατριώτισσά μου, δικαιολογείται σε επιστολή της σχετικά με τον τρίτο διορισμό. Συνολικά τέσσερις (Ελληνο)γερμανίδες υπηρέτησαν σ' αυτή τη θέση (βλ μέρος Γ).

Η πρώτη Ελληνίδα που επιλέχθηκε ως κυρία των τιμών ήταν η Αικατερίνη (Ρόζα) Μάρκου Μπότσαρη. Ακολούθησαν άλλες εννέα απόγονοι αγωνιστών της επανάστασης και Φαναριωτών σε όλη τη διάρκεια της οθωνικής βασιλείας.

KaterinaRosaBotzaris Joseph Stieler, Ρόζα Μπότσαρη, 1841

 

Οι Ελληνίδες Επίτιμες 

Εκτός απ' τις κυρίες των τιμών, στην αυλή της Αμαλίας ανήκαν και τέσσερις Ελληνίδες Επίτιμες κυρίες από διακεκριμένες οικογένειες (Χρυσηίς Μαυρομιχάλη, Φωτεινή Κολοκοτρώνη, Κυριακούλα Κριεζή, Μαρία Μοναρχίδου).  Επειδή οι γυναίκες αυτές 

  • δεν εμφανίζονται στους καταλόγους προσωπικού της περιόδου 1837-41
  • δεν διαθέτουν ατομικούς φακέλους στο αρχείο του αυλαρχείου
  • ήταν -αντίθετα από τις κυρίες των τιμών- μεγαλύτερης ηλικίας και έγγαμες
  • αναφέρονται στα τεκμήρια και ως κυρίες των ανακτόρων,

συμπεραίνουμε ότι ήταν αντίστοιχες των κυριών των ανακτόρων (Palastdamen) της βαυαρικής αυλής, ενός τίτλου που είχε εισαγάγει ο Λουδοβίκος Α' για να προσδώσει λάμψη στην αυλή του. Άρα οι Επίτιμες ήταν, όπως και οι Palastdamen, έγγαμες και άμισθες, είχαν μοναδικό καθήκον να εμφανίζονται ως συνοδοί της βασίλισσας στις επίσημες γιορτές και έφεραν τον τιμητικό τίτλο ισοβίως.

Το γεγονός ότι τρεις από τις τέσσερις Επίτιμες ήταν σύζυγοι γερουσιαστών της πρώτης ελληνικής Γερουσίας του 1844 (η Κριεζή ήταν σύζυγος του αυλάρχη) πιθανότατα συνδέει τον διορισμό τους, χρονικά και συμβολικά, με τον διορισμό από τον Όθωνα των -επίσης ισοβίων- πρώτων μελών του σώματος αυτού. Άλλωστε και η Αμαλία το ίδιο έτος πρωτοαναφέρει τις Επίτιμες στις επιστολές της. 

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι στις υψηλόβαθμες θέσεις των ανακτόρων (Μεγάλη Κυρία, κυρίες των τιμών και Επίτιμες) υπηρέτησαν συνολικά επτά Γερμανίδες και δεκατέσσερις Ελληνίδες. Η αριθμητική υπεροχή των Ελληνίδων είναι αυτονόητη λόγω του πολιτικού συμβολισμού που είχε η παρουσία των κυριών σε κάθε βασιλική αυλή, δηλαδή της στενής σχέσης μεταξύ στέμματος και ισχυρών οικογενειών της χώρας· αυτή τη σχέση αλληλοεξάρτησης εκπροσωπούσαν οι Ελληνίδες κυρίες των τιμών και οι Επίτιμες. Αλλά και η αμετακίνητη Plüskow στην κεφαλή του Οίκου της βασίλισσας φανέρωνε ένα χάσμα που παρέμενε αγεφύρωτο.

HOFDAMENΜεγάλη κυρία, κυρίες των τιμών και Επίτιμες, περ. 1844-47.
Καθιστή η Χρ. Μαυρομιχάλη, 
όρθιες από αριστερά: Μ. Μοναρχίδου, Ε. Μπόταση, Elise v. Rennenkampf, W. v. Plüskow,
Φ. Μαυρομιχάλη, Κ. Κριεζή, Φ. Κολοκοτρώνη. 
(Φωτογρ. Αρχείο Σχολής Χιλλ)  

 

Καμαριέρες

Στη μεσαία θέση της ιεραρχίας βρίσκονταν οι καμαριέρες (ιματιοθεραπαινίδες). Κάτι περισσότερο από απλές υπηρέτριες και κάτι λιγότερο από κυρίες των τιμών, είχαν καθήκον να μεριμνούν για τον ιματισμό και την άψογη εικόνα της βασίλισσας -ρόδινο φόρεμα με διαμάντια ή λευκό με μαργαριτάρια;-, πάντα υπό την καθοδήγηση της Μεγάλης Κυρίας. Φρόντιζαν την ενδυμασία και τα κοσμήματά της, τη βοηθούσαν στις συχνές περίπλοκες αλλαγές των καθημερινών εμφανίσεων και στον καλλωπισμό, συμμετείχαν ως βοηθοί της σε ταξίδια και εκδρομές.

Η Αμαλία διάλεγε πάντα για τις θέσεις αυτές νεαρές Γερμανίδες, όλες σχεδόν συμπατριώτισσές της από το Όλντενμπουργκ. Δεν ήταν απαραίτητα αριστοκρατικής καταγωγής, όπως οι κυρίες των τιμών, αλλά προέρχονταν από αστικές οικογένειες. Και αυτές επιλέγονταν με κριτήριο την ομορφιά, τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά.

Η καθημερινή εγγύτητα προς τη βασίλισσα έδινε στις καμαριέρες αίγλη παρά τον μικρό μισθό και τους εξασφάλιζε κάποια προνόμια όπως π.χ. η χρήση άμαξας για περιπάτους και κρασί στα γεύματα. Κατά τα άλλα η ζωή στην Ελλάδα ήταν γι' αυτές μάλλον απογοητευτική· η Nordenflycht τις επικρίνει για έλλειψη υπομονής όταν δυσφορούν: Η μία δεν είχε φανταστεί τη χώρα τόσο απαίσια φρικτή, η άλλη το βρίσκει ανήκουστο να τρώει στα ταξίδια στο ίδιο τραπέζι με όλους τους άλλους αδιακρίτως. Θεέ μου! [...] Το βασιλικό ζευγάρι μοιράζεται μαζί μας όλες αυτές τις δυσκολίες και τις στερήσεις, νομίζω λοιπόν ότι κι εμείς μπορούμε να τις υπομένουμε και να σωπαίνουμε.  Η καμαριέρα Katerine Gramberg που δεν ακολούθησε αυτή τη συμβουλή έχασε τη θέση της: Προσπαθούσε να παρασύρει όλο το νοικοκυριό στην ανυπακοή και [...] έλεγε ότι είχε πολλή δουλειά, αλλά αυτό είναι αδιανόητο, λίγες κοπέλες ζουν τόσο άνετα και καλοπερνούν, όσο αυτές που μας υπηρετούν, σχολιάζει η Αμαλία. Ο μικρός μισθός, το απεριόριστο ωράριο και η περιορισμένη ελευθερία, ο λίγος ελεύθερος χρόνος, η τυφλή υπακοή και η απροειδοποίητη απόλυση ήταν οι δεδομένοι για την εποχή όροι εργασίας των υπηρετών, που ίσχυαν και για όλο το γυναικείο προσωπικό. 

Οι νεαρές αυτές γυναίκες έρχονταν στην Ελλάδα με τον όρο να παραμείνουν άγαμες τα 3 πρώτα χρόνια. Η τήρηση του όρου μετά βίας επιτυγχανόταν, καθώς ήταν περιζήτητες στο μεγάλο παζάρι των ανακτόρων. Αυτά τα παντρολογήματα είναι αληθινό βάσανο [...] γιατί έχουν ως επακόλουθο την αφηρημάδα, την απροσεξία και τα συναφή, γράφει η Nordenflycht. Σχεδόν όλες παραιτούνταν από τη θέση τους μετά τον γάμο. 

Η Αμαλία είχε μόνιμα στην υπηρεσία της 3 καμαριέρες. Από μία προσωπική βοηθό (θεραπαινίδα) είχαν επίσης η Μεγάλη Κυρία και οι 3 κυρίες των τιμών. Θεραπαινίδες και κυρίες ήταν κατά κανόνα ομοεθνείς.

Raimundo Madrazo La ToiletteRaimundo Madrazo, La toilette, 1890 

 

Επιστάτρια της Λινοθήκης

Μισθολογικά ανώτερη από τις καμαριέρες, η επιστάτρια της βασιλικής Λινοθήκης ήταν υπεύθυνη για τον προϋπολογισμό, την αγορά υφασμάτων, το ράψιμο, την επιδιόρθωση, φύλαξη και καταγραφή όλων των λευκών ειδών του ανακτόρου. Είχε ως βοηθούς δύο ράπτριες και επέβλεπε επίσης τις πλύντριες. Στη θέση αυτή, που προϋπέθετε εκτός από τεχνικές δεξιότητες και επαρκείς γραμματικές-αριθμητικές γνώσεις, βρίσκουμε παντρεμένες γυναίκες, συζύγους ανακτορικών υπαλλήλων. Οι επιστάτριες της Λινοθήκης ήταν τουλάχιστον μέχρι το 1846 όλες Γερμανίδες.

 

Ράπτριες, πλύντριες, υπηρέτριες

Οι Ελληνίδες δεν έχουν ιδέα από νοικοκυριό. Είναι πολύ δύσκολο εδώ να βρεις καλές υπηρέτριες, γράφει η Nordenflycht. Ανάλογη παρατήρηση κάνει και ο υπασπιστής Ow: Είναι δύσκολο να βρεις έναν χρήσιμο Έλληνα υπηρέτη. Έχουν πολύ ανεπτυγμένο αίσθημα ανεξαρτησίας και συνήθως δεν μένουν για πολύ.[...] Οι περισσότεροι ξένοι προτιμούν να παίρνουν Μαλτέζους στην υπηρεσία τους.

Κάτι παρόμοιο φαίνεται ότι ίσχυε και για τις πλύντριες, που η Nordenflycht πριν ακόμη φθάσει στην Αθήνα είχε πληροφορηθεί ότι είναι δυσεύρετες ή πολύ ακριβές. Η Χρ. Λυτ διαπίστωνε επίσης με απορία ότι στην Ελλάδα οι άνδρες αναλάμβαναν το πλύσιμο πιο πρόθυμα από τις γυναίκες: Οι Ελληνίδες [...] δεν ήθελαν αυτήν την τόσο απλή δουλειά. Ο Γιάννης [ο υπηρέτης της οικογένειας] ζήτησε να πλένει τα ρούχα των παιδιών, αρκεί μόνο να μη λέγαμε τίποτε σε κανέναν

Πράγματι ο δυτικοευρωπαϊκός αστικός τρόπος ζωής που περιλάμβανε μια οικιακή βοηθό δεν ήταν ακόμη διαδεδομένος στην Ελλάδα. Αντίθετα στη Γερμανία, τα δύο παραπάνω επαγγέλματα ήταν συνηθισμένα στα αστικά νοικοκυριά, γι' αυτό οι Γερμανίδες μετανάστριες που τα δήλωναν έβρισκαν εύκολα δουλειά στις κατοικίες διπλωματών, πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων. Αυτό μάλιστα ενθάρρυνε αρκετές γυναίκες να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, όπως φαίνεται και σε δημοσιεύματα γερμανόφωνων εφημερίδων της εποχής: 

Η προσέλευση γυναικών που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα είναι όλο και μεγαλύτερη. [...] Επειδή, όπως όλες οι πληροφορίες βεβαιώνουν, εκεί υπάρχει έλλειψη πραγματικά εργατικών και χρήσιμων υπηρετών, κάποια φιλόπονα άτομα μπορούν [...] να βρουν εκεί μια καλή δουλειά. (Der Wanderer, 2.4.1834)

Ένα ευπρεπές κορίτσι, που αναλαμβάνει όλες τις χειρωνακτικές εργασίες και μαγείρεμα, επιθυμεί να υπηρετήσει σε κάποιο σπίτι στην Ελλάδα. (Die bayerische Landbötin 1833. S. 883) 

Στο αρχείο του οθωνικού αυλαρχείου καταγράφονται αρκετές σύζυγοι εθελοντών στρατιωτών αλλά και ανύπαντρες μετανάστριες που ανέλαβαν στις διάφορες βασιλικές κατοικίες τις "γυναικείες" εργασίες. Αναφέρονται ράπτριες, πλύντριες, υπηρέτριες, πλύντριες, καθαρίστριες, καθώς και μια ορνιθοβοσκός (τα ανάκτορα διέθεταν για τις ανάγκες του μαγειρείου ορνιθώνα και λαχανόκηπο). 

Η βαρύτερη και ταυτόχρονα η πιο κακοπληρωμένη εργασία ήταν αναμφίβολα το πλύσιμο, διότι απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς σε ανθυγιεινές συνθήκες και μεγάλο σωματικό κόπο: μεταφορά νερού από την υδροφόρο εργάτρια, άναμμα φωτιάς, μετακίνηση βαριών σκευών, και στη συνέχεια κάθε είδους ύφασμα, από κλινοσκεπάσματα μέχρι στολές προσωπικού, που έπρεπε να μουλιάσει, να πλυθεί-ξεπλυθεί, να στιφτεί, να λευκανθεί, να στεγνώσει και να σιδερωθεί, χωρίς καμία μηχανική βοήθεια. Η ανεπαρκής εγκατάσταση του πλυσταριού, τουλάχιστον στα παλαιά ανάκτορα, φαίνεται ότι επίσης δυσχέραινε τις εργάτριες, αν κρίνουμε από τη γνώμη τής επιστάτριας της Λινοθήκης σχετικά με τον διορισμό μιας πλύντριας το 1835: Κατά τη γνώμη μας, μια υποψήφια βασιλική πλύντρια θα έπρεπε να έχει μια πρόταση σχετικά με τη διαρρύθμιση, τέτοια που να συμφέρει τη βασιλική αυλή αλλά και αυτήν την ίδια, περισσότερο απ' ό,τι η σημερινή εγκατάσταση [...]. 
Οι γυναίκες που διεκπεραίωναν όλο το πλύσιμο των ανακτόρων το έτος αυτό ήταν μόλις δύο.

Chodowiecki Frauenzimmer

Γυναικείες εργασίες, χαρακτικό του Daniel Chodowiecki, 1774 

 

Β. ΑΜΟΙΒΕΣ

Η μισθοδοσία των ανακτορικών υπαλλήλων καλυπτόταν από το ταμείο των ανακτόρων, δηλαδή απ' την ετήσια βασιλική χορηγία -γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι εξαιρέθηκαν από τις απολύσεις των Γερμανών το 1843. Η χορηγία ανερχόταν -τουλάχιστον μέχρι το 1852- σε ένα εκατομμύριο δραχμές ετησίως. 

Παραθέτουμε αναλυτικά τη μηνιαία μισθοδοσία.

 

Μεγάλες κυρίες των τιμών

Wylly: λάμβανε 250 δρχ κατά τους οκτώ μήνες που υπηρέτησε και αποζημιώθηκε με τρεις μισθούς όταν απολύθηκε.
Nordenflycht: ήλθε διορισμένη ως κυρία των τιμών με μισθό 180 δρχ. Τη διετία που άσκησε προσωρινά καθήκοντα μεγάλης κυρίας πιθανότατα λάμβανε και τον αντίστοιχο μισθό (250 δρχ). Για το αξίωμα της κλειδοκράτορος που της δόθηκε χαριστικά στη συνέχεια αμειβόταν με 240 δρχ.
Plüskow: ο μισθός της εμφανίζεται πολύ υψηλότερος από των προκατόχων της, καθώς ανερχόταν σε 417 δρχ (5000 δρχ ετησίως=2083 φλορίνια). Αυτό ίσως οφείλεται και στο γεγονός ότι οι κατάλληλες υποψήφιες ήταν δυσεύρετες στη Γερμανία, επειδή η θέση δεν θεωρείτο ιδιαίτερα αξιοζήλευτη. Το ταξίδι της προς την Ελλάδα με άμαξα τριών ίππων στοίχισε 9200 δρχ.

Ως μέτρο σύγκρισης ας αναφερθεί ότι το 1844 ο μισθός του αυλάρχη ήταν 300 δρχ, ενός βουλευτή 250 δρχ και ενός υπουργού 800 δρχ.
Στο Μόναχο η μεγάλη κυρία λάμβανε ετησίως 2000 φλορίνια.

 

Κυρίες των τιμών

Ο μισθός τους ήταν 180 δρχ, αλλά αυξήθηκε σε 220 δρχ μετά το 1854. Τα πολλά έξοδα παραστάσεως, επειδή ήταν διαρκώς εκτεθειμένες σε δημόσια θέα, ήταν η βασική οικονομική τους επιβάρυνση. 
Στη βαυαρική αυλή οι κυρίες των τιμών λάμβαναν 600-800 φλορίνια ετησίως (120-160 δρχ τον μήνα).

 

Καμαριέρες

Οι καμαριέρες της βασίλισσας κατατάσσονταν σε τρεις βαθμούς (πρώτη και δεύτερη αρχιθεράπαινα, ιματιοθεραπαινίς). Οι αντίστοιχοι μηνιαίοι μισθοί ήταν 80, 60 και 44 δρχ.
Οι θεραπαινίδες των κυριών των τιμών έπαιρναν 35 δρχ.

 

Επιστάτρια λινοθήκης: 100 δρχ

α' βοηθός (ράπτρια): 80 δρχ

β' βοηθός (ράπτρια): 60 δρχ

πλύντρια: ημερομίσθιο 2 δρχ

 

Υπηρέτρια: 48 δρχ

Υπηρέτρια στάβλου (ορνιθοβοσκός): 40 δρχ

 

Millet La couseuseJ.-Fr. Millet (1814-75), La couseuse  
Photo (c) RMN-Grand Palais (musée d' Orsay)/Hervé Lewandowski

Εκτός του μισθού και  ανεξάρτητα από τη θέση της στην ιεραρχία κάθε εργαζόμενη δικαιούτο κάποιες πρόσθετες παροχές, που ίσχυαν -όπως και στη Βαυαρία- για όλο το διορισμένο προσωπικό, δηλαδή:

  • κατοικία μέσα στα ανάκτορα με έπιπλα και κλινοστρωμνή
  • τα αναγκαία για θέρμανση και φωτισμό (ξύλα, λυχνοκαΐα)
  • σίτιση
  • φάρμακα από το φαρμακείο της αυλής
  • 15 δρχ μηνιαία αποζημίωση για πλυστικά.

Όποια άγαμη υπάλληλος δεν κατοικούσε στο παλάτι -οι έγγαμες κατοικούσαν όλες εκτός- λάμβανε επίδομα ενοικίου και επίπλωσης ανάλογο με τον βαθμό της. 

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος τού μόνιμου προσωπικού προσλαμβάνονταν για τις κατώτερες θέσεις πολλοί εξωτερικοί υπάλληλοι, άνδρες και γυναίκες, που αμείβονταν μόνον με ημερομίσθιο. Πάντως η ανάγκη περιορισμού των δαπανών όπως είδαμε δεν εμπόδισε την Αμαλία να προσθέσει το 1845 μια τρίτη (Γερμανίδα) κυρία των τιμών στο προσωπικό, φροντίζοντας -όπως η ίδια εξομολογείται στον πατέρα της- ο διορισμός αυτός να μείνει κρυφός έως ότου η ελληνική Βουλή εγκρίνει τη βασιλική χορηγία του συγκεκριμένου έτους.  

Όλες οι αμοιβές έμειναν σταθερές στα 26 χρόνια που η Αμαλία βασίλευε στην Ελλάδα και δεν ακολούθησαν τις μειώσεις μισθών των δημοσίων υπαλλήλων του Ιουνίου 1843. Μόνον οι κυρίες των τιμών -και κάποια μέλη τού ανδρικού προσωπικού- είδαν τους μισθούς τους να αυξάνονται από το 1854. 

Ας σημειωθεί ότι οι αμοιβές των ανδρών υπαλλήλων ήταν υψηλότερες από των γυναικών με τα αντίστοιχα καθήκοντα: το 1852 ένας θεράπων έπαιρνε μισθό 72 δρχ, ενώ μια θεραπαινίδα 44 ή 35 δρχ. Το 1842 ένας αρχιθεράπων εισέπραττε 86 δρχ έναντι των 80 ή 60 μιας αρχιθεράπαινας

Πόσο ικανοποιητικές ήταν οι αμοιβές  αυτές και σε ποιον βαθμό κάλυπταν τις ανάγκες των εργαζομένων στα ανάκτορα γυναικών; Η απάντηση είναι σχετική, δεδομένων των διαφορών ανάμεσα στις ατομικές περιπτώσεις. Η μεγάλη κυρία και οι κυρίες των τιμών ήταν προφανώς σε πλεονεκτική θέση· οι δεύτερες όχι τόσο λόγω μεγαλύτερου μισθού, αλλά διότι η θέση τους στο παλάτι τούς εξασφάλιζε έναν "καλό" γάμο. Αυτό ίσχυε, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις καμαριέρες, αφού οι περισσότερες μετά τον γάμο εγκατέλειπαν την εργασία τους. 

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα για τις γυναίκες τού κατώτερου προσωπικού, ειδικά όσες είχαν παιδιά, αφού ακόμη και μ' έναν εργαζόμενο σύζυγο τα έσοδα δεν επαρκούσαν. Χειρότερη ακόμη ήταν η θέση των εξωτερικών εργατριών, που χωρίς τις επιπλέον παροχές των διορισμένων έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν την ακρίβεια τροφίμων και αγαθών, το υψηλό ενοίκιο μιας κατοικίας και πιθανά ιατρικά έξοδα. Ειδικά οι άγαμες πρέπει οριακά να επιβίωναν, ενώ η αποταμίευση ήταν σε κάθε περίπτωση αδύνατη. Ακόμη και με τη μεγαλύτερη οικονομία ήταν αδύνατον ν' αποταμιεύσουμε κάτι, δικαιολογεί η ράπτρια Maria Bauer το αίτημά της για χρηματικό βοήθημα προκειμένου να επιστρέψει στη Γερμανία με τα τέσσερα παιδιά της. 

 

Ενδεικτικές τιμές αγαθών στην Αθήνα του 1847 σε δραχμές:
υποδήματα γυναικεία 2
φόρεμα παιδικό 6
μηνιαία δίδακτρα στο γερμανικό σχολείο 12
επιστολή από Γερμανία πληρωτέα στην Ελλάδα 2.40
ενοίκιο για δύο γυμνά και κρύα δωμάτια 60
ένας πετεινός 3 (αντίστοιχη τιμή στη Βαυαρία 0.2 Gulden=0.5 δρχ)
μια χήνα 1.5 (στη Βαυαρία 1 δρχ)

Βασικό πρόβλημα όλων των εργαζομένων στα ανάκτορα ήταν και το αβέβαιο μέλλον, διότι οι θέσεις τους δεν ήταν μόνιμες, ούτε προβλεπόταν συνταξιοδότηση. Στη δεκαετία του 1850 γινόταν προσπάθεια από τους ίδιους τους υπαλλήλους για τη σύσταση ενός ταμείου συντάξεων -άγνωστο αν επιτεύχθηκε. Πάντως το 1853 εκδόθηκε βασιλική απόφαση για τη μεγάλη κυρία Plüskow, που της χορηγούσε 500 γερμανικά τάλιρα (Thaler) ετησίως όταν θ' αποχωρούσε από την υπηρεσία. 

 

Γ. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Παρατίθενται τα σωζόμενα ονόματα των μεταναστριών που εργάσθηκαν στα οθωνικά ανάκτορα.

 

Μεγάλες κυρίες

Αναφέρθηκαν ήδη στο πρώτο μέρος. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία βλ. τη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου. 

 

Κυρίες των τιμών
Johanna (Jenny) von Wiesenthau: Βαυαρή, υπηρέτησε το διάστημα 1837-45, επέστρεψε στη Γερμανία μετά τον άτυχο αρραβώνα της με τον γιατρό Δημ. Μαυροκορδάτο.
Elise von Rennenkampf: κόρη αυλικού αξιωματούχου από το Ολδεμβούργο, υπηρέτησε από το 1845 μέχρι τον γάμο της το 1850.
Wilhelmine von Rheineck: κόρη του συνταγματάρχη βαρόνου Eduard von Rheineck και της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου.
Ασπασία Καρπούνη: κόρη του αυλικού διαγγελέως Ιω. Καρπούνη και της Βαυαρής βαρόνης Strunz.

le desir de plaireL. d. Surgis, J.-B. Joseph Pater, Le désir de plaire, 1743
Courtesy National Gallery of Art, Washington 

 

Καμαριέρες

Seraphine Biny: ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας 1838-39. Παντρεύτηκε Έλληνα.
Friederike Böning: από το Ολδεμβούργο, ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας 1845-48, παραιτήθηκε λόγω γάμου.
Katharina Bruckner: από το Heining στο Passau. Ιματιοθεραπαινίς 1842-49, αρχικά της Nordenflycht και ύστερα της Αμαλίας. Παραιτήθηκε για λόγους υγείας. 
Henriette Dunker: από το Ολδεμβούργο. Ήταν 17 ετών όταν διορίστηκε ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας (1839). Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον γάμο της με τον υπηρέτη Xaver Stenzer (1842), με τον οποίο απέκτησαν την Άννα, την Αμαλία και τον Όθωνα.
Elise Dunker: από το Ολδεμβούργο. Ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας 1842-44. Παραιτήθηκε λόγω γάμου. 
Katharina Emke: ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας 1847-50.
Endrieux: θεραπαινίς της Μεγάλης Κυρίας Wylly.
Katharina Gramberg: από το Ολδεμβούργο. Διορίστηκε το 1838, απολύθηκε το 1843 λόγω απειθαρχίας.
Luise Busch-Höne: από το Ολδεμβούργο. Βρισκόταν στην υπηρεσία της Αμαλίας από το 1830. Την ακολούθησε στην Ελλάδα, όπου παντρεύτηκε τον Busch, αυλικό υπάλληλο στο Ολδεμβούργο που διορίστηκε στο ανάκτορο της Αθήνας με τη μεσολάβηση της Αμαλίας. Η βασιλική εύνοια δεν αποδείχθηκε αρκετή: η Luise πέθανε κατά τον πρώτο τοκετό (1844) και ο Busch λίγο αργότερα (1846). Η κόρη τους Marianne Amalie ανατράφηκε κοντά στην Αμαλία.
Karoline Rupp-Hoyer: από το Ολδεμβούργο, θεράπαινα της Αμαλίας το 1836. Παντρεύτηκε τον Άδωνη υπάλληλο των ανακτόρων Rupp (1839), ο μισθός του οποίου -σύμφωνα με την περιγραφή της Nordenflycht- τής εξασφάλιζε μια υπέροχη ζωή, σ' ένα χαριτωμένο σπίτι με κήπο. Αλλιώς η Τύχη: το πρώτο παιδί της Karoline πέθανε αμέσως μετά τη γέννηση, η ίδια λίγα χρόνια μετά (1846).  
Christiana Hoyer: από την Καρλσρούη. Διορίστηκε θεράπαινα της Αμαλίας το 1841. Το 1846 παραιτήθηκε λόγω του γάμου της με τον -καλοπληρωμένο- αυλικό ζαχαροποιό Th. Weber από το Augsburg.
Christiane Lammers: ιματιοθεραπαινίς της Αμαλίας από το 1848. 
Auguste Langhagen/Langerhager: θεραπαινίς της Plüskow 1839-53.
Elise Lorenz: από το Ολδεμβούργο, διορίστηκε θεράπαινα της Αμαλίας το 1836.
Karoline Maurer: από το Ολδεμβούργο. Θεραπαινίς τής Nordenflycht από το 1836.
Elisabethe Prott/Pratt: ιματιοθεραπαινίς της βασίλισσας το 1850, αρχιθεράπαινα το 1852. Παραιτήθηκε όταν παντρεύτηκε τον αυλικό μάγειρα Armin Kraus (1856).
Josephine Riegelbauer: θεραπαινίς της κυρίας των τιμών Wiesenthau.
Emilie Rivola: καμαριέρα της Αμαλίας, παντρεύτηκε το 1840.
Hermine Steenken:από το Ολδεμβούργο. Διορίστηκε αρχιθεραπαινίς το 1849.
Johanna Tollberg: από το Ολδεμβούργο. Καμαριέρα της Αμαλίας από το 1852 μέχρι τον γάμο της (1860).
Adelheide Vogt: από το Ολδεμβούργο. Διορίστηκε καμαριέρα της Αμαλίας το 1836.
Karolina Wolff: από το Ολδεμβούργο. Καμαριέρα της Αμαλίας από το 1845 μέχρι το 1848 που επέστρεψε στην πατρίδα της.

 

Επιστάτριες της λινοθήκης

Gertraud Stabel: υπηρέτησε από τον Νοέμβριο 1832 έως τον Μάρτιο 1836. Σύζυγος του αυλικού οιναποθηκάριου Valentin Stabel. Παραιτήθηκε για λόγους υγείας και επέστρεψε στη Βαυαρία.
Therese Sartori: ανέλαβε το 1836. Σύζυγος του αυλικού φαρμακοποιού Sartori.
Maria Madler-Gumbinger: γεννημένη το 1809 στο Μόναχο, σύζυγος του αυλικού υπηρέτη Johann Adam Madler. Η Maria είχε μαθητεύσει στο Μόναχο τρία χρόνια σε μια ράπτρια και έξι μήνες σε μια σιδερώτρια. Το 1836 διορίστηκε βοηθός λινοθήκης, ύστερα επιστάτρια. Πέθανε το 1839. Μάλλον ταυτίζεται με την πλύντρια Maria Gumpinger.
Luise Frank: αρχικά βοηθός λινοθήκης, από το 1839 επιστάτρια. Παραιτήθηκε για λόγους υγείας το 1843, το 1846 βρισκόταν ακόμη στην Ελλάδα. 
Rupp: μάλλον πρόκειται για την καμαριέρα της Αμαλίας που πέθανε το 1846 (Κaroline Rupp-Hoyer).

 

Ράπτριες (βοηθοί λινοθήκης)

Maria Bauer: εργάσθηκε στη βασιλική λινοθήκη το διάστημα 1837-44, αρχικά ως εξωτερική εργάτρια, ύστερα ως βοηθός. Μια έντιμη, επιδέξια και φιλόπονη εργάτρια, [...] με αξιέπαινη συμπεριφορά. Παραιτήθηκε όταν ο άντρας της, πρώην εθελοντής στρατιώτης και επιστάτης στην οικοδομή των νέων ανακτόρων, έχασε τη δουλειά του μετά την αποπεράτωση του κτηρίου, οπότε επέστρεψαν στην Έσση (Kurhessen) με τα τέσσερα παιδιά τους. 
Josepha Haunreither: εξωτερική εργάτρια από το 1835, διορίστηκε βοηθός το 1836. Προβλήματα στην προσωπική της ζωή και η κακή κατάσταση της υγείας της οδήγησαν στην απόλυσή της τον ίδιο χρόνο.
Maria Kirschenhofer: σύζυγος του εθελοντή στρατιώτη Joseph Kirschehofer, εργαζόταν ως ράπτρια στο Ναύπλιο μέχρι το 1834. Επέστρεψαν στην πατρίδα τους λόγω προβλημάτων υγείας του Joseph.
Maria Sebastian: βοηθός λινοθήκης από το 1853.

 

Πλύντριες

Maria Gumpinger: κόρη αμαξά από το Μόναχο, πλύντρια στη βασιλική κατοικία στο Ναύπλιο. Το 1834 κληρονόμησε την αδελφή της Franziska Sebastian και τον εξάδελφό της Sebastian Egglhuber. Μάλλον ταυτίζεται με την λιναποθηκάριο Maria Madler.
Hold: αναφέρεται ως χήρα Ελβετού. Εργαζόταν το 1835 στα παλαιά ανάκτορα. 
Margaretha Köhler: εξωτερική εργάτρια στο ανάκτορο του Ναυπλίου από το 1833. Δεν ακολούθησε τον σύζυγό της που επέστρεψε στη Γερμανία το 1835, αλλά παρέμεινε ως πλύντρια τουλάχιστον μέχρι το 1845. Ζούσε στην Ελλάδα με τον γιο της, που είχε μαθητεύσει στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου ως μεταλλουργός.
Kathi Seiffert-Burghard: από το Förnbach της Βαυαρίας. Μετανάστευσε 19χρονη στην Ελλάδα (1833), όπου παντρεύτηκε τον ηνίοχο Joseph Seiffert. Επέστρεψαν στην πατρίδα τους το 1844, η Kathi πέθανε στο Μόναχο το 1864. Το πορτραίτο της, που βρέθηκε στο Μόναχο το 1995, και η σχετική με αυτό έρευνα αποκάλυψαν τη σχέση της με την Ελλάδα, παρ' ό,τι η ίδια δεν τεκμηριώνεται στο Οθωνικό Αρχείο. Η προσωπογραφία αυτή είναι μια σπάνια, μόλις η δεύτερη γνωστή, ζωγραφική απεικόνιση Γερμανίδας μετανάστριας της οθωνικής περιόδου

Kathi Seiffert

H Kathi Seiffert, πλύντρια των ανακτόρων 1833-44
(φωτ. από: Ulrike v. Hase-Schmundt, Kathi Seiffert
έκδοση του Μουσείου Otto-König-von-Griechenland, Ottobrunn-Μόναχο, 2006)
 
 
Υπηρέτριες

Franziska Weber: διορίστηκε στο Μόναχο και ανέλαβε υπηρεσία στην Αθήνα το 1837. Πιθανόν αδελφή τής Josephina Weber και σύζυγος του αυλικού υπηρέτη Rott.
Josephina Weber: μετανάστευσε στην Ελλάδα με την αδελφή και τον γαμπρό της.
Therese Sagmüller
Annette Schmidtbauer

 

Άλλες εργάτριες

Blum
Maria Dambruch
Elisabethe Grabmaier
Johanna Ostenkötter
Raith
Schöffelhaber
Kreszenz Schmidtbauer
Weidl

ornament divider 2


Όλες οι Γερμανίδες των οθωνικών ανακτόρων ήταν μετανάστριες που αναζήτησαν στην Ελλάδα την τύχη τους. Αυτές του ανώτερου και μεσαίου προσωπικού πετύχαιναν την οικονομική και κοινωνική αποκατάσταση μέσω του μισθού ή του γάμου, προσφέροντας ως αντάλλαγμα εκτός από τις καθορισμένες για τη θέση τους υπηρεσίες και μία επιπλέον: εξασφάλιζαν στη βασίλισσα ένα ψυχικά άνετο, οικείο περιβάλλον -ειδικά οι καμαριέρες, η μικρή ολδεμβουργιανή παροικία. Ο καθημερινός στενός κύκλος της Αμαλίας, σταθερά απαρτιζόμενος από πέντε Γερμανίδες και δύο Ελληνίδες, της επέτρεπε να διατηρεί μια ζωντανή επαφή με την πατρίδα της και ίσως να νιώθει πιο ασφαλής· μία απόπειρα δηλητηρίασής της μέσα στο παλάτι (1846), δύο από τις Ελληνίδες κυρίες της (Φωτεινή και Χρυσηίς Μαυρομιχάλη) απολυμένες ως ύποπτες συνωμοσίας (1850) και μία απόπειρα δολοφονίας εναντίον της (1861) κάνουν πιθανώς κατανοητή την προτίμησή της για ομοεθνείς συνεργάτιδες.

Οι αφανείς μετανάστριες του κατώτερου προσωπικού περιόρισαν σύντομα τις προσδοκίες τους από την Ελλάδα στην απλή επιβίωση. Με τον μόχθο τους συνεισέφεραν στη διατήρηση της ευπρόσωπης εικόνας των ελληνικών ανακτόρων, οι ίδιες κερδίζοντας αμφίβολα οφέλη απ' την "προνομιούχο" θέση τους, την οποία αργά ή γρήγορα εγκατέλειπαν για να επιστρέψουν στην πατρίδα -εκεί θα είχαν άλλες δυσκολίες ν' αντιμετωπίσουν και πολλά να διηγηθούν απ' τη θητεία τους στο παλάτι του Βαυαρού βασιλιά μιας δύσκολης χώρας.-


♦♦♦

ΠΗΓΕΣ

 

Αρχεία

ΓΑΚ (ΚΥ), Οθωνικό Αρχείο Αυλαρχείου των Ανακτόρων

 

Βιβλιογραφία

Ανέκδοτες επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της 1836-1853, επιμ.-μετάφρ. Βάνα Μπούσε - Μίχαελ Μπούσε, Αθήνα 2011

Julia von Nordenflycht, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Leipzig 1845


Wilhelmine von Plüskow, Ημερολόγιο 1846-1854, μτφρ.-σχόλια Βάνα και Μίχαελ Μπούσε, 2014


Frederick Strong, Greece as a Kingdom, London 1842


Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Αθήνα 2011


Χριστιάνα Λυτ, Στην Αθήνα του 1847-1848, Αθήνα 1991


J. Bar. Ow, Aufzeichnungen eines Junkers am Hofe zu Athen (nach seinem Tode herausgegeben), Pest-Wien-Leipzig 1854


Εντμόντ Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνα, Αθήνα 2018 (Edmond About, La Grèce contemporaine, 18541)


Thomas Nipperdey, Deutsche Geschichte 1800-1866, München 1983


Margit Ksoll, Der Hofstaat der Kurfürstin von Bayern zur Zeit Maximilians I, in: Zeitschrift für Bayerische Landesgeschichte 52 (1989), S. 59-70


Christa Diemel, Adelige Frauen im bürgerlichen Jahrhundert: Hofdamen, Stiftsdamen, Salondamen 1800-1870, Frankfurt am Main 1998


Rebekka Habermas, Frauen und Männer des Bürgertums: eine Familiengeschichte (1750-1850), in: Bürgertum. Beiträge zur europäischen Gesellschaftsgeschichte 14 (2000)


Ulrike von Hase-Schmundt, Kathi Seiffert, Waschfrau bei König Otto von Griechenland. Die Rekonstruktion eines besonderen Lebens, in: Schriftenreihe des Otto-König-von Griechenland Museums der Gemeinde Ottobrunn (hrsg. von Jan Murken und Christine Scholz) Nr. 8 (2006)




Built with HTML5 and CSS3 Copyright © 2017
Website Design and Development: isotopon